Αδυνατώντας να πιστέψουν αυτό που βλέπουν, ορμούν μπροστά, θέλουν να με αρπάξουν από τα πόδια, όμως φοβούνται πως θα κλονίσουν την ισορροπία μου και θα με γκρεμίσουν. Ικετεύουν τώρα, με βουβή απόγνωση, όμως εγώ τους έχω γυρίσει την πλάτη. Ξέρω τι πρέπει να κάνω.
Από κάτω μου, σε απόσταση ιλιγγιώδη, οι κόκκινες κεραμοσκεπές ξεπροβάλλουν σαν πύρινη θάλασσα που απλώνεται να συναντήσει την εξοχή… φωτίζοντας τον όμορφο τόπο όπου άλλοτε βάδισαν γίγαντες… Τζότο, Ντονατέλο, Μπρουνελέσκι, Μποτιτσέλι, Μιχαήλ Άγγελος.
Πόντο τον πόντο, φέρνω τα πόδια μου στο χείλος των προμαχώνων. «Κατέβα!» φωνάζουν. «Υπάρχει ακόμη χρόνος!» Ω, σκόπιμα αδαείς! Δε βλέπετε το μέλλον; Δε συνειδητοποιείτε το μεγαλείο της δημιουργίας μου; Την αναγκαιότητά της; Ευχαρίστως προχωρώ στην υπέρτατη θυσία… και μέσα από αυτή θα διαγράψω και την τελευταία σας ελπίδα να βρείτε αυτό που ψάχνετε.
Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να το εντοπίσετε εγκαίρως. Πολλές δεκάδες μέτρα από κάτω, η πλακόστρωτη πλατεία μοιάζει να με καλεί, σαν γαλήνια όαση. Πόσο λαχταρώ λίγο χρόνο παραπάνω… όμως ο χρόνος είναι το ένα και μοναδικό αγαθό που η αμύθητη περιουσία μου δεν μπορεί να μου εξασφαλίσει.
Εκείνα τα τελευταία δευτερόλεπτα, ατενίζω την πλατεία και αντικρίζω ένα θέαμα που με ταράζει. Βλέπω το πρόσωπό σου. Με παρατηρείς ανάμεσα από τις σκιές. Η θλίψη βαραίνει τα μάτια σου, και όμως μέσα τους διακρίνω ένα σέβας βαθύ γι’ αυτό που πέτυχα. Αντιλαμβάνεσαι πως δεν έχω άλλη επιλογή. Στο όνομα της Ανθρωπότητας, έχω χρέος να προστατέψω το αριστούργημά μου.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!