Με τον καιρό άρχισα να προσκολλιέμαι σε πραγματικούς ήρωες: αστροναύτες που πάσχιζαν να φτάσουν στο φεγγάρι, γιατροί που δημιουργούσαν εμβόλια για να σώσουν εκατομμύρια ανθρώπους. Πολιτικοί ηγέτες που διαδήλωναν για τα δικαιώματα όσων δεν εκπροσωπούνταν επαρκώς. Πολιτικοί ηγέτες που σχημάτιζαν κυβέρνηση όπου ο λαός είχε φωνή. Παρασημοφορημένοι στρατιώτες οι οποίοι επέστρεφαν από την Κορέα και αργότερα από το Βιετνάμ. Αθλητικές μορφές που είχαν υπερβεί τα όριά τους. Ορειβάτες που σκαρφάλωναν ψηλότερα, δύτες που καταδύονταν βαθύτερα, ναυτικοί που ταξίδευαν πιο μακριά και εξερευνούσαν το άγνωστο. Οραματιστές που προσπαθούσαν να καθαρίσουν την ατμόσφαιρα, να σώσουν τους ωκεανούς και να προστατέψουν τα εύθραυστα οικοσυστήματα. Θαύμαζα καθέναν από αυτούς τους αξιόλογους άνδρες και γυναίκες, αλλά στο πίσω μέρος του μυαλού μου ήξερα ότι δεν ήμουν καθόλου όπως αυτοί. Ήταν εξυπνότεροι, πιο δυνατοί και πιο γενναίοι. Είχαν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που δεν είχα εγώ. Είχαν υπερδυνάμεις που εγώ απλώς δεν κατείχα. Γι’ αυτό ήταν ήρωες και γι’ αυτό ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να σώσουν τον κόσμο.
Έκανα όμως λάθος. Το 1977, αποφοίτησα από το Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Όστιν και εντάχθηκα στην Ομάδα Ειδικών Αποστολών του Αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού. Κατά τη διάρκεια των επόμενων τριάντα επτά χρόνων, ταξίδεψα σε όλο τον κόσμο. Είδα το χειρότερο πρόσωπο της ανθρωπότητας: πόλεμος και καταστροφή, ασθένεια και φτώχεια, σκληρότητα και αδιαφορία. Ο κόσμος είμαι γεμάτος προβλήματα, φαινομενικά δύσκολα, ανεπίλυτα, οδυνηρά προβλήματα! Όμως επίσης σε αυτά τα τριάντα επτά χρόνια είδα και την καλύτερη εκδοχή του ανθρώπινου είδους. Άνδρες και γυναίκες που αναζήτησαν την ειρήνη, που ανοικοδόμησαν έθνη, που θεράπευσαν ασθένειες και έβγαλαν φτωχούς από τη φτώχεια.