«Αλήθεια, εσένα τι σ’ έφερε στην Ελλάδα;»
«Α, αρχικά ήρθα για να γράψω για τα στρατόπεδα των προσφύγων», της απαντάω. «Για τη Βαλκανική Οδό και τα λοιπά».
Με κοιτάζει καχύποπτα. «Δηλαδή δεν υπήρχαν προσωπικοί λόγοι; Μια γυναίκα, ας πούμε;»
«Ναι, θα μπορούσες να το πεις κι έτσι, αλλά ήταν μια γυναίκα που με παράτησε».
«Αχά, άρα ήσουν κι εσύ κάτι σαν πρόσφυγας».
«Κάπως έτσι», της λέω, υπεκφεύγοντας. «Τέλος πάντων, στην πορεία ανακάλυψα μια άλλη ιστορία: την Καταστροφή της Σμύρνης τον Σεπτέμβρη του 1922, που προξένησε τότε ένα πελώριο κύμα προσφύγων».
«Το ξέρω», αποκρίνεται μελαγχολικά η Δάφνη. «Οι παππούδες μου ήρθαν τότε από τη Σμύρνη. Η μισή Αθήνα χτίστηκε για να φιλοξενήσει Μικρασιάτες. Στα μαγαζιά του Πειραιά παίζουν ακόμα καμιά φορά σμυρναίικα τραγούδια».