Τρέχω μες στη λάσπη, στο όνειρό μου, με το λευκό μου νυχτικό να ανεμίζει. Ακούω το σπλατ σπλατ σπλατ των γυμνών μου ποδιών καθώς χτυπούν στο μαλακό, υγρό χώμα. Τρέχω μέσα σε λακκούβες με κρύο λασπόνερο, νιώθω το κρύο, παρόλο που ξέρω καλά ότι ονειρεύομαι. Ξέρω πως οι ψίθυροι που ακούω είναι τα φύλλα στα δέντρα, που ριγούν στον δυνατό, ζεστό άνεμο. Νιώθω τον άνεμο στο πρόσωπό μου, ακούω τους ψιθύρους ολόγυρα, πίσω από το σπλατ σπλατ των γυμνών μου ποδιών, που τινάζουν ψηλά τη λάσπη, την πετούν σαν κύματα που σκάνε δεξιά κι αριστερά μου. Βλέπω το μισοφέγγαρο στον πορφυρό ουρανό πάνω από το αχνοφέγγισμα των δέντρων. Μοιάζει με πονηρό χαμόγελο, μου θυμίζει το ασημένιο μενταγιόν σε σχήμα φεγγαριού που κρέμεται στην αλυσίδα γύρω από τον λαιμό μου. Φαντάζει τόσο κοντά το φεγγάρι στο όνειρό μου· θα μπορούσα, λες, να απλώσω το χέρι, να το τυλίξω γύρω του. Δεν μπορώ όμως να σταθώ, να πιάσω το φεγγάρι. Με κυνηγούν. Και ξέρω πως, αν γυρίσω, θα τον δω.
Και παρόλο που το ξέρω, δεν κρατιέμαι και γυρνώ. Ποτέ δεν έχω τον έλεγχο στα όνειρά μου. Δεν μπορώ να κάνω αυτό που θα ήθελα να κάνω. Τρέχω ξυπόλυτη στην υγρή λάσπη, κάτω από τα χαμηλά, καταπράσινα κλαδιά των δέντρων. Φοβάμαι. Το ξέρω πως φοβάμαι. Πως έχω κάθε λόγο να φοβάμαι. Γιατί, όταν γυρίζω πίσω… όταν ρίχνω μια γρήγορη, τρεμάμενη ματιά πίσω μου… ο λύκος είναι εκεί. Ο μαύρος λύκος των ονείρων μου. Γρυλίζει και μουγκρίζει καθώς τρέχει αθόρυβα πίσω μου. Χαμηλώνει το κεφάλι σαν να ετοιμάζεται για επίθεση. Η μαύρη γούνα στη ράχη του ορθώνεται. Και για άλλη μια φορά, βλέπω τα μάτια του. Μπλε σαν τα δικά μου. Ο μαύρος λύκος έχει τα δικά μου μάτια.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!