Κοιτάζω τον λαγό στα μάτια καθώς τα φώτα σβήνουν. Σφίγγω το σωληνάριο βιομηχανικής κόλλας στο αριστερό μου χέρι, το κατσαβίδι στο δεξί, και αφουγκράζομαι. Ο λαγός παίρνει άλλες διαστάσεις στο μισοσκόταδο. Το κεφάλι του φουσκώνει, τα μάτια του γουρλώνουν και οι άκρες των αυτιών του χάνονται κάπου ψηλά, τα δόντια του απλώνονται μπροστά μου σαν χαυλιόδοντες. Ξαφνικά, το τρίμετρο σουλούπι του γίνεται διπλάσιο σε μέγεθος και πολύ πιο απειλητικό. Μοιάζει με φύλακα του ίδιου του σκοταδιού. Τώρα φαίνεται να με κοιτάζει σαν να είμαι ένα λαχταριστό καρότο. Εννοείται πως δεν ισχύει τίποτα τέτοιο. Ο γιγάντιος γερμανικός λαγός είναι φτιαγμένος από σκληρό πλαστικό και μεταλλικά εξαρτήματα. Ο χώρος είναι μεγάλος, ψηλός και έρημος. Το πάρκο περιπέτειας «ΧαράΜας» μυρίζει ακόμα διασκέδαση και πρόχειρο φαγητό, η μυρωδιά των ζαχαρωτών έχει κολλήσει στα ρούχα.
Στέκομαι ανάμεσα στις τσουλήθρες και το τρενάκι και περιμένω. Η σκαλωσιά δίπλα μου έχει αποκτήσει ξαφνικά μεγάλη σκιά. Ένα αμυδρό φως ξεχύνεται από την ένδειξη «έξοδος» στην πόρτα και από τα φανάρια και τα φλας των οχημάτων και των παιχνιδιών διαφόρων διαστάσεων που βρίσκονται στον χώρο. Το αποτέλεσμα είναι ένας θολός φωτισμός, ένα μείγμα από σκούρο πράσινο, πορτοκαλί του συναγερμού και αποχρώσεις του κόκκινου από τα κουμπιά εκκίνησης. Αν είχα βρεθεί σε παρόμοια κατάσταση πριν από λίγο καιρό, θα νόμιζα ότι τα φώτα έσβησαν τόσο ξαφνικά είτε λόγω διακοπής ρεύματος είτε εξαιτίας κάποιου τεχνικού προβλήματος. Τελευταία όμως έχω μάθει ότι αυτό που παλιότερα φαινόταν πιθανό ανήκει όλο και συχνότερα στην κατηγορία των απίθανων.