Στην καρδιά της καταιγίδας
Άναψε ένα τσιγάρο η Βασιλική, τράβηξε μια τζούρα, πίκρα γέμισε το στόμα της, το έσβησε αμέσως. – Παλιόπραμα…, μουρμούρισε. Και τι δεν της έλεγε ο γιος της για το τσιγάρο, αυτή εκεί, το δικό της. «Δεν καπνίζω πολλά, τσόνι μ’*» του δικαιολογιόταν και τα μάτια της άστραφταν από αγάπη. «Κανένα, μαμά Βασιλική, κανένα!» τη μάλωνε εκείνος, αλλά τόσο γλυκά, που ποτέ δεν πίστεψε πόσο κακό έκανε. Η άλλη την κοίταξε αμίλητη, λίγο την ήξερε, πιο πολύ από τα λεγόμενα της κόρης της –και αυτά μέσες άκρες–, δεν κατάλαβε τι την είχε πειράξει εκείνη τη στιγμή. Σηκώθηκε η Βασιλική –δεν τη χωρούσε ο τόπος– και άνοιξε το πρώτο συρτάρι της μεγάλης σερβάντας για να πάρει τον καπνό της· δεν τον χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή, αλλά το έκανε έτσι, από αμηχανία. Παρ’ όλα αυτά έστριψε και άναψε άλλο, φύσηξε τον καπνό από τα πνευμόνια της, τίναξε τη στάχτη και γέμισε πάλι τα ποτήρια με τσίπουρο. «Πόνεσα… πονούσα… πονάω…» ήθελε να πει της Ιλαρίας, αισθανόταν πως ζήλευε τη ζωή της – «Με τον ίδιο άντρα αγαπημένοι ως το τέλος!» είχε θαυμάσει τις προάλλες, σίγουρα η κόρη της θα της τα είχε προλάβει.
* Πουλάκι μου.
Ήθελε να της εξηγήσει πως κουβαλούσε πολλές πληγές, αλλά… Αλλά είδε τα θλιμμένα μάτια της, η Ιλαρία ήταν ένας χαρούμενος άνθρωπος, το ήξερε, το καταλάβαινε, ένας χαρούμενος άνθρωπος που είχε παλέψει πολύ και ακόμη πάλευε, και: Χριστέ μου, σκέφτηκε, τι να πει κι αυτή; Τι άλλο να περιμένει; Δεν μίλησε, δεν παραπονέθηκε η Βασιλική για τις δικές της πληγές. Αν ήθελε η άλλη να τη βλέπει χαρούμενη με μια ζωή ζηλευτή, ας την έβλεπε έτσι. Ίσως αυτό να ήταν καλύτερο. Και για τις δυο τους. Τώρα το δωμάτιο είχε γεμίσει σκιές. Τα πάντα είχαν πάρει άλλες διαστάσεις, όπως άλλη διάσταση είχε πάρει και η αλήθεια που χτυπούσε τις πόρτες της ζωής τους και απαιτούσε να μπει και να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Ή να τα τινάξει όλα στον αέρα. – Πριν συνεχίσω, θέλω να δω το παιδί. Ανέβηκαν τη σκάλα όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν, έτριζε σε κάθε τους βήμα – η υγρασία της θάλασσας είχε τρυπώσει και στο σπίτι, έκανε τα σκαλιά να βογκάνε, όπως και οι δυο γυναίκες. Ανέβηκαν στις μύτες των ποδιών τους μην και ξυπνήσουν το μωρό. Αν υπήρχε κάποιος αμόλυντος, κάτι ελπιδοφόρο στη ζωή τους, ήταν αυτό το παιδί.