Φαντάσου ότι οι μύες σου είναι ένα εργοστάσιο που φτιάχνει ένα «σούπερ φίλτρο» (την καρνοσίνη). Αυτό το φίλτρο προστατεύει τους μύες σου για να μην κουράζονται γρήγορα όταν τρέχεις ή γυμνάζεσαι. Για να φτιαχτεί αυτό το φίλτρο, το εργοστάσιο χρειάζεται δύο υλικά: το Υλικό Α (βήτα-αλανίνη) και το Υλικό Β (ιστιδίνη). Το πρόβλημα είναι ότι το εργοστάσιο έχει πάντα γεμάτες τις αποθήκες του από το Υλικό Β, αλλά έχει πολύ λίγο από το Υλικό Α. Έτσι, όσο γρήγορα κι αν θέλει να δουλέψει, σταματάει επειδή του τελειώνει αμέσως το Υλικό Α. Αυτό σημαίνει «περιοριστικός παράγοντας»: το υλικό που λείπει περισσότερο και βάζει φρένο στην παραγωγή. Αν προσπαθήσεις να δώσεις στο σώμα σου έτοιμο το «σούπερ φίλτρο» (να το φας δηλαδή), το στομάχι σου λειτουργεί σαν ένας αυστηρός ελεγκτής. Το σπάει και το καταστρέφει πριν φτάσει στους μύες. Όταν όμως παίρνεις σκέτο το Υλικό Α (τη βήτα-αλανίνη):Περνάει εύκολα και χωρίς ζημιές από το στομάχι.Γεμίζει τις αποθήκες του εργοστασίου. Οι μύες (και ο εγκέφαλος) φτιάχνουν πανεύκολα το φίλτρο που χρειάζονται. Γι' αυτό αγοράζουμε βήτα-αλανίνη: επειδή δίνει στο σώμα ακριβώς το υλικό που του έλειπε για να έχει περισσότερη ενέργεια!
___________
Θα ξανααγοράσω σίγουρα. Η βήτα-αλανίνη είναι ο περιοριστικός παράγοντας για τη σύνθεση καρνοσίνης στους μύες. Ως περιοριστικός παράγοντας ορίζεται το συστατικό που βρίσκεται στη μικρότερη διαθέσιμη ποσότητα, καθορίζοντας έτσι τον μέγιστο ρυθμό και το όριο παραγωγής της τελικής ουσίας. Λειτουργεί αποτελεσματικότερα διότι απορροφάται αναλλοίωτη από το έντερο χωρίς να διασπάται πλήρως, προσφέροντας ταχύτερη αύξηση της ενδομυϊκής καρνοσίνης για τη ρύθμιση του pH και τη μείωση της οξέωσης κατά την άσκηση. Όταν λαμβάνεις L-καρνοσίνη από το στόμα, ένα σημαντικό μέρος της διασπάται γρήγορα από το ένζυμο καρνοσινάση (τόσο στο αίμα όσο και μέσα στο εντερικό τοίχωμα) σε βήτα-αλανίνη και ιστιδίνη, με αποτέλεσμα να απορροφάται ως αυτά τα δύο αμινοξέα και μόνο ένα μικρότερο μέρος να περνάει άθικτο στην κυκλοφορία. Η λήψη συμπληρώματος βήτα-αλανίνης είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την παράλληλη αύξηση των επιπέδων καρνοσίνης στους μύες και στον εγκέφαλο, καθώς το συγκεκριμένο αμινοξύ δρα ως ο βασικός περιοριστικός παράγοντας στη διαδικασία ενδοκυτταρικής σύνθεσής της από το ένζυμο συνθετάση της καρνοσίνης.