Αχ αμάν αμάν, σεβγκιλίμ αμάν,
σεκερίμ Μεμό, γκιουζελίμ Μεμό…*
Αυτό το παθιάρικο, σεβνταλίδικο τραγούδι έρχεται στον νου μου καθώς το ακονισμένο λεπίδι χαρακώνει τον λαιμό μου. Νιώθω το δέρμα μου να πυρώνει στο άγγιγμα του μαχαιριού και το αίμα μου να σταλάζει απ’ την πληγή. Αρκεί ένα τράβηγμά του για να γλιστρήσει πέρα πέρα και να με σφάξει σαν τραγί. Ίσως είναι το λιγδιασμένο, μαυριδερό χέρι του τσέτη που βαστάει την κοφτερή λάμα αυτό που φέρνει τις τούρκικες λέξεις στα χείλη μου. Ίσως είναι το χνότο του που βρομάει σκόρδο, ρακί κι αφιόνι. Ίσως είναι οι βλαστήμιες για τους γκιαούρηδες που ακούω παντού γύρω μου απ’ τους οπλισμένους τσέτες. Ίσως είναι απλώς η ανατριχιαστική μπόχα της λυσσασμένης Τουρκιάς που έχει ποτίσει την τρυφερή ψυχή μου.