Oι τσιρίδες την καλούσαν. Σαν ηχητικές λόγχες διαπερνούσαν
κάθε άλλο νυχτερινό θόρυβο στο κέντρο του Όσλο: τον σταθερό βόμβο των αυτοκινήτων έξω από το παράθυρο, τις μακρινές σειρήνες που άλλοτε ακούγονταν κι άλλοτε έσβη-ναν, τις καμπάνες της εκκλησίας που μόλις είχαν αρχίσει να χτυπούν παραδίπλα. Έβγαινε για κυνήγι τη νύχτα, πριν από την ανατολή του ήλιου. Έσυρε τη μύτη της στον βρόμικο μου-σαμά του δαπέδου καταγράφοντας και ταξινομώντας τις μυ-ρωδιές με ταχύτητα αστραπής. Τρεις κατηγορίες: βρώσιμες, απειλητικές και αδιάφορες για την επιβίωσή της. Η ξινή μυ-ρωδιά της γκρίζας στάχτης· η ζαχαρένια γεύση του αίματος σ’ ένα κομμάτι βαμβάκι· η πικρή δυσοσμία της μπίρας απ’ το αναποδογυρισμένο καπάκι μιας Ρίνγκνες· τα μόρια του θείου, του νιτρικού καλίου και του διοξειδίου του άνθρακα που εί-hαν ελευθερωθεί από τον άδειο κάλυκα μιας σφαίρας 9x18 mm – γνωστής απλώς και ως Μακάροφ, από το όνομα του όπλου στο οποίο πρωτοχρησιμοποιήθηκε αυτό το διαμέτρημα. Ο καπνός από ένα αποτσίγαρο που σιγόκαιγε ακόμη, με χρυσό φίλτρο και μαύρο χαρτί, που είχε απάνω του τυπωμένο το εθνόσημο της Ρωσίας, έναν δικέφαλο αετό. Ο καπνός ήταν βρώσιμος. Κι επίσης: μυρωδιά από αλκοόλ, δέρμα, λίπος, άσφαλτο. Ένα παπούτσι. Το μύρισε. Κι αποφάσισε ότι δεν ήταν τόσο εύκολο να φαγωθεί όσο το μπουφάν στην ντουλάπα
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!