Αύγουστος 1991. Τα αστέρια. Ήταν δεκατεσσάρων χρόνων και σίγουρη ότι, αν έκλεινε σφιχτά τα μάτια και συγκεντρωνόταν πολύ, θα μπορούσε να δει τα αστέρια μέσα από τη σκεπή. Παντού γύρω της γυναικείες ανάσες. Βαριές, ρυθμικές ανάσες μέσα στη νύχτα. Κάποια ροχάλιζε. Ήταν η θεία Σάρα, που της είχαν δώσει ένα στρώμα και κοιμόταν κάτω από το ανοιχτό παράθυρο. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να ανασαίνει κι αυτή όπως οι άλλες. Δύσκολο να κοιμηθεί, ειδικά όταν όλα γύρω της ήταν τόσο καινούργια και διαφορετικά. Το δασάκι πέρα από το ανοιχτό παράθυρο και οι ήχοι της νύχτας εδώ στο Έστγκορντ ήταν κι αυτά διαφορετικά. Άνθρωποι που γνώριζε από τις συγκεντρώσεις στο Κάστρο και από τις θερινές κατασκηνώσεις, εδώ, κατά περίεργο τρόπο, δεν ήταν οι ίδιοι. Όμως ούτε κι αυτή ήταν η ίδια. Το πρόσωπο και το σώμα που έβλεπε στον καθρέφτη της φέτος το καλοκαίρι ήταν καινούργια. Και τα αισθήματά της το ίδιο, αυτά τα παράξενα καυτά και ψυχρά ρεύματα που διαπερνούσαν ολόκληρο το κορμί της όταν την κοίταζαν τα αγόρια. Ή, μάλλον, όταν την κοίταζε ειδικά ένα από τα αγόρια. Ο Ρόμπερτ. Κι αυτός ήταν διαφορετικός φέτος.
Άνοιξε πάλι τα βλέφαρα και κάρφωσε το βλέμμα στο ταβάνι. Ήξερε πως ο Θεός έχει τη δύναμη να κάνει σπουδαία πράγματα, για παράδειγμα, να της επιτρέψει να δει τα αστέρια μέσα από τη σκεπή. Αν ήταν θέλημά Του. Η μέρα ήταν μακριά, γεμάτη γεγονότα. Ο ξερός, καλοκαιρινός άνεμος έκανε τις καλαμποκιές να θροΐζουν και τις φυλλωσιές των δέντρων να αναδεύονται νευρικά ρίχνοντας φωτοσκιάσεις πάνω στα πρόσωπα των συγκεντρωμένων στο ξέφωτο. Άκουγαν έναν από τους εφέδρους της Σχολής Αξιωματικών του Στρατού Σωτηρίας που μιλούσε για το έργο και τα κηρύγματά του στα νησιά Φερόε. Ήταν όμορφος και η ομιλία του είχε πολλή ευαισθησία και πάθος. Όμως εκείνη προσπαθούσε να διώξει μια αγριομέλισσα που βούιζε συνεχώς γύρω από το κεφάλι της κι ύστερα, όταν το έντομο έφυγε επιτέλους, η ζέστη την έκανε να γλαρώνει.