Η επιστροφή – Προ των πυλών Από απόσταση, καθώς πλησίαζα με το ταξί, κοίταζα την πλαγιά με τον ελαιώνα που κατέληγε στο σπίτι, και έμοιαζε να μην έχει αλλάξει καθόλου. Φτάνοντας, η ψευ δαίσθηση διαλύθηκε. Ο ιδιωτικός δρόμος σχεδόν δεν ξεχώ ριζε απ’ τον λόγκο και σίγουρα δεν ήταν βατός. Τον θυμό μουν περιποιημένο καλντερίμι και είχα δυσκολευτεί να το πιστέψω όταν ο οδηγός μού είπε ότι δεν υπάρχει πρόσβαση προς το σπίτι και θα με άφηνε στον δημόσιο δρόμο. Θα γύ ριζε να με πάρει σε δύο ώρες. Το πορτόνι στην είσοδο του κτηματος έχασκε σκουριασμένο. Περίμενα να φύγει το τα ξί και μετά πλησίασα. Στάθηκα στο κατώφλι αυτής της πε ρασμένης ζωής, πιστεύοντας ακόμη ότι εξαρτιόταν από μένα να προχωρήσω ή να φύγω. Οι θεόρατες ελιές που ζούσαν στις αναμνήσεις μου ήσαν περήφανες και περιποιημένες, οι γκρίζοι κορμοί τους, στρι φτοί και διάτρητοι, τεντώνονταν προς τα επάνω σχηματί ζοντας πυκνούς ασημένιους θόλους. Η συνεχής μικροκίνη ση δημιουργούσε σπίθες λάμψης κι ένα υπόκωφο θρόισμα. Αυτή την εποχή του χρόνου το χώμα από κάτω τους θα ήταν γυμνό και πατημένο, έτοιμο να δεχτεί εξ ουρανού τον ώρι μο καρπό. Σε κενά κάθε τόσο θα φάνταζαν τούφες από χλω ροπράσινα βράχλα.
Τώρα όμως το οικείο είχε στραπατσαριστεί από την εγκα τάλειψη. Έβλεπα ανάπηρα δέντρα, ακρωτηριασμένα τυχαία από τη φύση και τον καιρό, με σπασμένα μέλη, άλλα να κρέμονται ξερά κι άλλα να μπερδεύονται στα πόδια μου – μικρή τα μάζευα σε δεμάτια για προσάναμμα, τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Τώρα χώμα δεν φαινόταν. Τα χλωρά βράχλα αγωνίζονταν να υψωθούν ανάμεσα σε γενιές από ξεραμένα. Τα πουρνάρια, μπλεγμένα με βάτα, και τα αρκουδόβατα σχημάτιζαν αγκαθωτά τείχη. Εδώ κι εκεί σκίνα, μυρτιές και σπάρτα, όλα αφύσικα ψηλά, μάταια αναζητώντας τον ήλιο, με τους κορμούς απογυμνωμένους και ελάχιστη βλάστηση στην κορυφή. Το καλντερίμι, στο σκοτάδι της σκιάς, το είχε σκεπάσει ο όμηρος (έτσι λέγαμε τα βρύα) και τα ξερά λιό φυλλα, κρύβοντας την αρμονία της σύνθεσης του κοβολά δου. Ο ασημένιος θόλος ήταν κρυμμένος από μια πυκνή κουρτίνα ξεραμένα κλαδιά.