Ο ιδρώτας του κυλούσε καυτός και παγωμένος συγχρόνως, μουσκεύοντας τα ρούχα, τα μαλλιά και την ψυχή του. Ούτε ο ίδιος δεν ήξερε πού είχε βρει το θάρρος να τον ακολουθήσει. Ενδόμυχα τον θαύμαζε, και τώρα, τις τελευταίες μέρες, τον είχε εκτιμήσει ακόμα περισσότερο. Διότι στα δύσκολα φαίνονταν οι μάγκες. Και αυτό ακριβώς ήταν εκείνος· ψύχραιμος, λογικός, μεθοδικός, ατρόμητος, μάγκας. Στις πιο δύσκολες συνθήκες όλων. Σε αυτές που ο ίδιος και οι υπόλοιποι, όλοι αυτοί που το έπαιζαν ζόρικοι εδώ και καιρό, είχαν λυγίσει. Από την πρώτη στιγμή μάλιστα, κι ας ντρεπόταν να το παραδεχτεί ακόμα και στον ίδιο του τον εαυτό. Ποτέ άλλοτε δεν είχε ξανατρομάξει τόσο, ποτέ δεν είχε αισθανθεί πως η ζωή του κρεμόταν από μία κλωστή, ουδέποτε του είχε σιγοψιθυρίσει ο θάνατος στο αυτί ότι ήταν εκεί και παραφυλούσε. Περίμενε. Το πότε, όχι το αν. Αυτό ήταν δεδομένο.
Είχαν ήδη αρχίσει να αραιώνουν. Δύο από αυτούς –τους έγκλειστους– δε βρίσκονταν πια ανάμεσά τους. Ξυπνούσαν κάποιο πρωί για να διαπιστώσουν –όχι αμέσως, και αυτό ήταν ίσως το πιο τρομακτικό όλων– πως κάποιος έλειπε. Κάποιος που δεν ξαναγυρνούσε. Αναρωτήθηκαν την πρώτη φορά μήπως αυτός ο κάποιος το είχε σκάσει, μήπως είχε βρει τρόπο να διαφύγει, και η ελπίδα φούσκωσε μέσα τους μόνο και μόνο για να ξεφουσκώσει σαν μπαλόνι λίγο αργότερα. Μετά το πρωινό τους προβλήθηκε στην οθόνη επικοινωνίας –έτσι ονόμαζε το «τέρας» τον λευκό, ξεφτισμένο τοίχο– ένα βίντεο. Ένα βίντεο που δεν άφηνε κανένα περιθώριο αμφιβολίας. Δεν το είχαν σκάσει. Αυτός τους είχε.