Μύριζε γιασεμί κι αρμύρα όλος ο τόπος μέσα και γύρω από το κάστρο. Ήταν ολάκερο βουτηγμένο στην ιστορία. Κι αυτά τα τείχη, που έφταναν τα δεκαπέντε μέτρα, τα είχαν αγγίξει εκατομμύρια άνθρωποι, πλούσιοι και φτωχοί, σπουδαγμένοι κι αμόρφωτοι, βασιλιάδες κι αυτοκράτορες κι επιδρομείς, άσπλαχνοι κι ευσπλαχνικοί, ευλαβικοί κι ανόσιοι, προφήτες και ληστές, πειρατές, ιππότες, άρπαγες και προστάτες ιερών, άλλοι του Θεού και άλλοι του Διαβόλου… Το κάστρο… Στέκει εκεί σχεδόν χίλια χρόνια, κι έγινε κι αυτό άνθρωπος, άνθρωπος στωικός, π’ αντέχει φως και σκοτάδι, ήλιο και πλημμύρα, νερό κι αλάτι, ζέστη και κρύο, όλα αδιαμαρτύρητα κι αγόγγυστα, δίχως να λυγίσει ποτέ, στιβαρό στους αιώνες, αμίλητο, ένας βράχος ιερότητας και ευλάβειας. Αν μπορούσε να μιλήσει, να πει έστω λίγα απ’ όσα διαδραματίστηκαν εκεί, δίπλα του, μπροστά του… Να μιλούσαν με τα πέτρινα χείλη τους οι καστρόπορτες και να ιδρώσει ο κόσμος…
Γαληνεμένο, δίχως καν ν’ ανασαίνει, άπλωνε το δίχτυ προστασίας του σ’ όλους, σώζοντας ψυχές και σώματα. Έτσι κάνει ακόμα. Κι οι χτίστες του, αυτοί που μάτωσαν χέρια και κορμιά για να το τελειώσουν, αλλά κι οι μοναχοί που το οχύρωσαν και το κατοίκησαν, έδωσαν την ευλογία τους, κι έτσι το άφησαν στους χρόνους. Για να κόβει την ανάσα στον επισκέπτη, αναγκάζοντάς τον να σηκώσει το βλέμμα στον ουρανό. Έσωσε λοιπόν ψυχές και ζωές, κι έτσι στάθηκε αιώνες στην ιερή μοναξιά του. Αυτό το δέος ένιωθε κι ο Χριστόδουλος Παυλίδης κάθε μέρα που ανηφόριζε τα σοκάκια για να μπει μέσα, να διασχίσει τα δρομάκια με τα μικρά μαγαζάκια και να φτάσει στο μοναστήρι, όπου περνούσε τις περισσότερες ώρες της μέρας του, καμιά φορά και της νύχτας του.