«Αντί να με πειράζεις, δεν είναι καλύτερα να γίνουμε φίλοι; Φαίνεσαι παιδί τζιμάνι…»
«Τι λες, ρε χαύτα;» τον διέκοψε ο Τασμάς. «Για παπαδοπαίδι με πέρασες, ρε χτικιάρη!» Και πήρε να τον μπατσίζει και να τον κλοτσά με πιότερη μανία. «Άλλαξε στράτα, να τον αποφεύγεις», έδωσε δεύτερη συμβουλή ο πατέρας του. Έτσι ήταν ο Αντίπας. Καλόβολος, πράος, ανεκτικός, θαρρείς κι ο κόσμος έμοιαζε με τις δύο αμυγδαλιές στην αυλή του που τις περιποιόταν με περισσή φροντίδα. Να τις ποτίσει, να σκάψει ολόγυρά τους, να τις λιπάνει με κοπριά, να τις κλαδέψει, ν’ αλείψει ασβέστη στους κορμούς τους και να μαζέψει τους καρπούς περί τα τέλη Αυγούστου. Με τον ίδιο τρόπο συμπεριφερόταν και στη δουλειά του ως καραγωγέας και ενίοτε ως αραμπατζής. Είχε κάρο το οποίο στη φέξη και στη χάση μετέτρεπε σε άμαξα, όπως έμαθε αφότου εργαζόταν στον Νικολάκη εφέντι. Όποτε τύχαινε αγώι, εφάρμοζε σε σιδερένιες ράγες πάνω στο κάρο διπλά αντικριστά καθίσματα και σκέπαστρο κι εξυπηρετούσε τους πελάτες.