Μεγαλύτερη σύγχυση δεν είχε περάσει η Λαμπρινή στη σύντομη μέχρι τώρα ζωή της. Το πρώτο που την εντυπωσίασε ήταν η τεράστια μαύρη γυαλιστερή Ford που τους περίμενε μπροστά στο σπίτι. Τα έβλεπε και τα φοβόταν αυτά τα θηρία κάθε μέρα που έβγαινε για ψώνια με την Ευφροσύνη και πάντα απορούσε γιατί δεν είχαν περισσότερους επιβάτες, όπως τα λεωφορεία, αφού χωρούσαν τόσο κόσμο… Μόνη της κατέληξε στο συμπέρασμα πως όσο περισσότερα χρήματα έχεις, τόσο περισσότερο χώρο χρειάζεσαι. Στο χωριό της, δέκα και δώδεκα νοματαίοι στριμώχνονταν σε μικρά σπιτάκια, ο ένας πάνω στον άλλο. Τ’ αφεντικά της όμως που είχαν χρήματα, ενώ ήταν μόνο δύο, έμεναν σε ολόκληρο παλάτι. Το κατέταξε στο μυαλό της σαν άγραφο νόμο, κι ας μην ήξερε τι σήμαινε κάτι τέτοιο, και δεν ασχολήθηκε ξανά. Γύρω της οι εικόνες εναλλάσσονταν έτσι όπως έτρεχε το αυτοκίνητο κι εκείνη ήθελε ν’ αποτυπώσει στο μυαλό της όσο μπορούσε περισσότερες.
Όταν όμως το αυτοκίνητο έφτασε και πήρε την παραλιακή οδό, η Λαμπρινή, αντικρίζοντας τη θάλασσα, ξέχασε όλα τα άλλα. Κόλλησε το πρόσωπο στο τζάμι κοιτώντας με τα μάτια διάπλατα εκείνη την απεραντοσύνη που φάνταζε στο βάθος ενωμένη με τον ουρανό. Πίσω της η Ευφροσύνη και ο Ανδροκλής αντάλλαξαν ένα χαμογελαστό βλέμμα. Σταμάτησαν σ’ ένα σημείο κοντά στη Βουλιαγμένη και κατέβηκαν, όμως η Λαμπρινή κοιτούσε με δέος μπροστά της χωρίς να κάνει βήμα. «Πού τελειώνει η θάλασσα, κύρη μου;» ρώτησε βάζοντας τα χέρια σαν σκίαστρο στα μάτια της γιατί ο απογευματινός ήλιος τής θάμπωνε το βλέμμα.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!