Όταν ο καντηλανάφτης εκείνο το σεπτεμβριάτικο ξημέρωμα μπήκε στο λιτό δωματιάκι που εκτελούσε χρέη πρεσβυτερίου πίσω από τον ιερό ναό του Αγίου Παταπίου κι άναψε τη γυμνή λάμπα που κρεμόταν από το ταβάνι, ο κοιμώμενος ιερέας πετάχτηκε αλαφιασμένος. Τον επόμενο μήνα έκλεινε τα εβδομήντα πέντε χρόνια του και τακτικά στα όνειρά του οραματιζόταν πλέον το τέλος του εγκόσμιου βίου του. Την εκδημία του και την ανταμοιβή που τον περίμενε καθώς ήταν απολύτως βέβαιος πως ο Ύψιστος θα εκτιμούσε τις ειλικρινείς μεταμέλειες για τα ελάχιστα αμαρτήματά του, την ταλαίπωρη ζωή, την πίστη στο χριστιανικό καθήκον, την ιερατική προσήλωση, και, βεβαίως, την παροιμιώδη φτώχεια του. Αν είναι ευκολότερο να διαβεί κάμηλος από οπή βελόνας παρά πλούσιος από τις πύλες του Παραδείσου, τότε εγώ πρέπει να τις περάσω μετά βαΐων και κλάδων, σκεφτόταν ολοένα και πιο συχνά τον τελευταίο καιρό κι έπειτα έδιωχνε ενοχλημένος τη σκέψη του για να μην υποπέσει στο θανάσιμο αμάρτημα της αλαζονείας.
Παρά τούτο, η πανούργα ματαιόδοξη σκέψη είχε τρυπώσει ύπουλα στο υποσυνείδητό του και κάθε βράδυ στον λιγοστό του ύπνο ονειρευόταν εκστασιασμένος το φως το ιλαρό, που αναμένει τους ευσεβείς και πιστούς χριστιανούς αμέσως μετά την αναχώρησή τους από τον μάταιο τούτο κόσμο. Έτσι, όταν ο γυμνός γλόμπος των εξήντα κηρίων άναψε αιφνιδιαστικά, ο μισοκοιμισμένος παπα-Λάμπρος πίστεψε πως έβλεπε μπροστά του την πυρωμένη ρομφαία του Αρχαγγέλου των ψυχών και πετάχτηκε ψελλίζοντας, οικτρά μεταμελημένος: «Ελέησόν με, Κύριε! Δεν ήξερα ο καψερός, μόλις είχα απολυθεί από το πολεμικό ναυτικό! Ο διάβολος είχε μπει μέσα μου και εξουσίαζε τη σάρκα μου. Αυτός με έσπρωξε εκείνο το βράδυ στο τρισκατάρατο σπίτι της μαντάμ…»
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!