Το φανάρι άναψε πράσινο και ο βρυχηθμός των αυτοκινήτων , των μοτοσικλετών και των τουκ τουκ ήταν τόσο δυνατός , που η Ντιμ είδε τη βιτρίνα του πολυκαταστήματος Robertson να δονείται. Ύστερα τα οχήματα ξεκίνησαν και το
μακρύ κόκκινο μεταξωτό φόρεμα στη βιτρίνα χάθηκε ξοπίσω τους, στο σκοτάδι. Πήρε ταξί. Ούτε λεωφορείο, που θα ήταν γεμάτο, ούτε κάποιο σκουριασμένο τουκ τουκ· ταξί, με κλιματισμό και οδηγό που κρατούσε το στόμα του κλειστό. Έγειρε το κεφάλι της
πίσω στο μαξιλαράκι και προσπάθησε ν’ απολαύσει τη διαδρομή . Κανένα πρόβλημα. Ένα μοτοποδήλατο τους προσπέρασε σαν τρελό κι η κοπέλα στο πίσω του κάθισμα, που κρατιόταν μόνο από ένα κόκκινο κοντομάνικο με κράνος και προσωπίδα
, γύρισε και τους κοίταξε με βλέμμα αδειανό. Κρατήσου γερά, σκέφτηκε η Ντιμ. Στη λεωφόρο Ράμα ΙV ο οδηγός χώθηκε πίσω από ένα φορτηγό ντίζελ που έφτυνε καπνούς τόσο πυκνούς και μαύρους, που ήταν αδύνατον να διακρίνεις την πινακίδα του. Περνώντας
μέσα από τα φίλτρα του κλιματισμού ο καπνός πάγωσε κι έγινε σχεδόν άοσμος. Σχεδόν. Η Ντιμ κούνησε διακριτικά το χέρι της για να δείξει την ενόχλησή της και ο οδηγός, αφού κοίταξε τον καθρέφτη, άλλαξε λωρίδα. Κανένα πρόβλημα.