Έγραφα, έγραφα από µικρούλα. Μέσα στο µυαλό µου πρώτα και µετά, καθώς περνούσαν τα χρόνια, µετέφερα τις σκέψεις και τα συναισθήµατά µου στο χαρτί. Άρχισα να γράφω µε το µολύβι. Μετά µε το στιλό, µετά στο κοµπιούτερ… ∆ε µε ένοιαζε µε τι. Το µόνο που ήθελα από τότε που γνώρισα τον εαυτό µου ήταν να γράφω. Έγραφα, έσβηνα, µετά ξανάγραφα και πετούσα από τη χαρά και τον ενθουσιασµό µου όταν ολοκλήρωνα κάτι, κάτι που απηχούσε αυτό που ένιωθα. Έπαιζα χρόνια ολόκληρα µε τις λέξεις, γινόµουν ένα µαζί τους, ζούσα χίλιες δυο ζωές, µέχρι που ολοκλήρωσα το πρώτο µου µυθιστόρηµα. Τίτλος του: «Ο τελευταίος χορός της Σαλώµης». Κι όταν το διάβασαν κι όταν τους άρεσε και µου πρότειναν να το τυπώσουν, δίσταζα να το παραδώσω για έκδοση. Δίσταζα γιατί τώρα δε θα το διάβαζα µόνο εγώ ξανά και ξανά, δε θα ζούσα µόνο εγώ τις περιπέτειες των ηρώων του, δε θα ταυτιζόµουν µαζί τους, δε θα προσπαθούσα να καταλάβω τις πράξεις τους. Θα το έκαναν κι άλλοι.
Οι αναγνώστες µου. ∆εν ήξερα όµως τότε, δεν µπορούσα να φανταστώ τη µαγική σχέση που υπάρχει ανάµεσα σε έναν συγγραφέα και στους αναγνώστες του. ∆εν µπορούσα ούτε να διανοηθώ την πολύτιµη εκείνη σχέση, που χρόνια τώρα αποτελεί την ίδια µου την ανάσα. ∆ε σας το έχω αποκαλύψει ποτέ. Όµως εσείς, όλοι όσοι διαβάζετε τα µυθιστορήµατά µου, είσαστε η κινητήριος δύναµή µου, εσείς είσαστε το µελάνι της γραφής µου. Όλα αυτά δεν τα ήξερα όταν τελικά κατανίκησα τους δισταγµούς µου και παρέδωσα για έκδοση το πρώτο µου µυθιστόρηµα. Κι ύστερα πέρασαν τα χρόνια, µεσολάβησαν κι άλλα µυθιστορήµατα. Κι ύστερα στάθηκα απίστευτα τυχερή, γιατί κατάφερα µε το έργο µου να ανήκω κι εγώ ανάµεσα στους συγγραφείς των εκδόσεων Ψυχογιός. Είναι από τους λίγους εκδοτικούς οίκους στην Ελλάδα που σέβονται πραγµατικά τους αναγνώστες τους, όσο και τους συγγραφείς τους.