O Ρόβερ κοίταξε το λευκοβαμμένο τσιμεντένιο πάτωμα του ορθογώνιου κελιού, εμβαδού έντεκα τετραγωνικών μέτρων, κι έσφιξε τα δόντια του, τους μεγάλους κεντρικούς κοπτήρες της κάτω γνάθου, που ήταν από χρυσό. Είχε φτάσει στο δύσκολο μέρος της εξομολόγησης. Το μόνο που ακουγόταν στο κελί ήταν τα νύχια του, που έξυναν τώρα το τατουάζ της Παναγίας στον πήχη του χεριού του. Το αγόρι που καθόταν σταυροπόδι στο κρεβάτι απέναντί του δεν είχε βγάλει μιλιά από τη στιγμή που ο Ρόβερ μπήκε στο κελί. Απλώς έγνεφε καταφατικά και είχε το ικανοποιημένο χαμόγελο του Βούδα, ενώ το βλέμμα του ήταν καρφωμένο σε κάποιο ακαθόριστο σημείο πάνω στο μέτωπο του άνδρα απέναντί του. Το φώναζαν Σόνι κι έλεγαν ότι στα δέκα είχε σκοτώσει ήδη δύο ανθρώπους, ότι ο πατέρας του ήταν ένας διεφθαρμένος αστυνομικός κι ότι είχε υπερφυσικές ικανότητες. Δύσκολο να πει κανείς αν τόση ώρα είχε ακούσει τίποτα: Τα πράσινα μάτια και το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου του ήταν κρυμμένα πίσω από τα μακριά βρόμικα μαλλιά του. Αλλά δεν είχε σημασία. Το μόνο που ήθελε ο Ρόβερ ήταν άφεση αμαρτιών, την ευλογία του, ώστε να διαβεί την επομένη τις πύλες των φυλακών υψίστης ασφαλείας με την αίσθηση ότι είχε εξιλεωθεί.
Όχι ότι ήταν άνθρωπος θρησκευόμενος. Αλλά λίγη πίστη δεν βλάπτει όταν κανείς αποφασίζει ν’ αλλάξει τα πράγματα και να δώσει μια ευκαιρία στον εαυτό του να πάρει τον ίσιο δρόμο. Για την ώρα ο Ρόβερ πήρε μια βαθιά ανάσα. «Νομίζω πως ήταν Λευκορωσίδα. Εκεί δεν βρίσκεται το Μινσκ; Στη Λευκορωσία, ε;» είπε και σήκωσε απότομα το βλέμμα, αλλά το αγόρι δεν του απάντησε. «Ο Νέστορ της είχε δώσει το παρατσούκλι Μινσκ» είπε ο Ρόβερ. «Αυτός μου ’πε ότι έπρεπε να την πυροβολήσω». Το πλεονέκτημα του να εξομολογείται κανείς σε κάποιον με καμένο εγκέφαλο ήταν ότι ο ακροατής δεν θυμόταν κατόπιν ούτε ονόματα ούτε γεγονότα· ήταν λες και μιλούσε στον ίδιο του τον εαυτό. Ίσως γι’ αυτό κι οι κρατούμενοι προτιμούσαν το αγόρι αντί για κάποιον παπά ή ψυχολόγο.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!