Όσοι από σας ξέρετε κάτι περί τυφλών παιδιών θα γνωρίζετε πως γίνονται οι καλύτεροι κλέφτες. Όπως σίγουρα φαντάζεστε, τα τυφλά παιδιά έχουν καταπληκτική όσφρηση και μπορούν να μυριστούν πράγματα ακόμα και πίσω από κλειδωμένες πόρτες –είτε πρόκειται για φίνα υφάσματα είτε για χρυσαφικά ή φιστίκι κροκάν– από πενήντα βήματα μακριά. Επιπλέον, τα δάχτυλά τους είναι τόσο λεπτά που γλιστρούν εύκολα μέσα σε κλειδαρότρυπες, και η ακοή τους τόσο οξυμένη που διακρίνουν τα σιγανότερα κλικ και κλακ του μηχανισμού ακόμα και της πιο περίπλοκης κλειδαριάς. Φυσικά, η χρυσή εποχή της κλεψιάς έχει περάσει ανεπιστρεπτί· τη σήμερον ημέρα υπάρχουν ελάχιστα παιδιά-κλέφτες, τυφλά ή μη. Υπήρξε μια εποχή, όμως, που όποια πέτρα κι αν σήκωνες έβρισκες ένα από κάτω. Αυτή είναι η ιστορία του σπουδαιότερου κλέφτη που έζησε ποτέ. Το όνομά του, όπως μπορεί να μαντέψατε, είναι Πίτερ Νιμπλ.* Όπως τα περισσότερα βρέφη, έτσι και ο Πίτερ ήρθε στον κόσμο χωρίς όνομα. Ένα πρωί, μια παρέα μεθυσμένων μα καλόκαρδων ναυτικών τον είδαν μέσα σ’ ένα καλάθι που τραμπαλιζόταν στο νερό δίπλα στο καράβι τους.
Πάνω στο κεφάλι του αγοριού ήταν καθισμένο ένα μεγαλόσωμο κοράκι, που θα πρέπει να του είχε ξεριζώσει τα μάτια. Σοκαρισμένοι οι ναυτικοί, σκότωσαν το πουλί και παρέδωσαν το παιδί στις αρχές ενός κοντινού λιμανιού. Παρότι ένα τυφλό βρέφος δεν είχε καμία χρησιμότητα για τους άρχοντες του τόπου, εντούτοις ένας νόμος τούς επέβαλε να του δώσουν τουλάχιστον ένα όνομα. Με σιωπηρή ανάταση χεριών τον βάφτισαν Πίτερ Νιμπλ, από τα λόγια ενός μισοξεχασμένου νανουρίσματος. Με μοναδική του προίκα αυτό το όνομα, τον ξαπόστειλαν στον κόσμο για να βρει τον δρόμο του. Στην αρχή, ο Πίτερ βύζαξε το γάλα μιας τραυματισμένης γατομάνας την οποία συνάντησε όταν μπουσούλησε κάτω από το καπηλειό της περιοχής. Η γάτα άφησε το βρέφος να μείνει μαζί της με αντάλλαγμα να καθαρίζει τη γούνα της από ψείρες και ψύλλους – μέχρι μερικούς μήνες αργότερα, όταν μια αποφράδα μέρα ο ταβερνιάρης ξετρύπωσε τη γατοφαμίλια κάτω από το μαγαζί του.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!