«Άντε, αγόρι μου, έλα να φας! Παντρεύομαι!»
Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια που βγήκαν από το στόμα της μαμάς μου σήμερα το πρωί, όταν μπήκα στην κουζίνα. Και, φυσικά, πίστεψα ότι ακόμη κοιμόμουν. Ότι η μάνα μου δεν έφτιαχνε στ’ αλήθεια πάνκεϊκ στο τηγάνι, πετώντας μου έτσι στο άσχετο ότι ξαφνικά παντρεύεται! Σίγουρα έβλεπα ένα από εκείνα τα αλλοπρόσαλλα όνειρα όπου συμβαίνουν όλα τα τρελά. Όμως όχι, ξύπνιος ήμουν. Ξύπνιος και προφανώς αντιμέτωπος με μια κρίση μέσης ηλικίας της μάνας μου. Ήξερα ότι τους τελευταίους μήνες έβγαινε μ’ έναν τύπο, αλλά δεν είχα δώσει και μεγάλη σημασία. Οι σχέσεις της μάνας μου ποτέ δεν κρατούν πολύ.
Αλλά να που τελικά, ούτε οκτώ ώρες αργότερα, ντυμένος μ’ ένα θεόστενο σμόκιν, που μου πέφτει μικρό, σκαλίζω ανόρεχτα τα κομματάκια σολομού στο πιάτο μου, δίπλα σ’ έναν παρομοίως δυσάρεστα αιφνιδιασμένο άγνωστο, τον οποίο υποτίθεται ότι πρέπει να αποκαλώ ετεροθαλή αδελφό μου. Στο μεταξύ, οι γονείς μας και υποτιθέμενοι ενήλικες χουφτώνονται στην πίστα, χορεύοντας παθιάρικα κάποιο αργό κομμάτι R&B της δεκαετίας του ’90. Μια σκηνή που σίγουρα θα στοιχειώνει τους εφιάλτες μου!
Σκοτώστε με επιτόπου να γλιτώσω! «Μπορεί να φταίει το ψάρι» λέει δίπλα μου ο Φένελι, που ξαφνικά έχει γίνει κίτρινος σαν το λεμόνι «αλλά αρχίζω να νιώθω σαν να μπήκε κάτι μέσα στο στομάχι μου και να ψόφησε εκεί». Ή μπορεί να φταίει που ο πατέρας του βάζει χέρι στη μάνα μου μπροστά σ’ ένα τσούρμο σερβιτόρους, που δουλεύουν με τον βασικό μισθό και όσα φιλοδωρήματα κι αν παίρνουν δεν φτάνουν γι’ αυτές τις σάχλες που βλέπουν.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!