Την Παρασκευή, 29 Ιουλίου, το Δουβλίνο ήταν όπως ακριβώς είχε πει το δελτίο καιρού. Όλο το πρωί, ένας θρασύτατος ήλιος έλαμπε σε όλο το πάρκο Μέριον, κι έφτανε μέχρι το γραφείο του Κάχαλ, όπου εκείνος είχε βολευτεί δίπλα από το ανοιχτό παράθυρο. Ο άνεμος έφερνε μέσα τη μυρωδιά του φρεσκοκομμένου γρασιδιού και μια στο τόσο ένα αποπνικτικό αεράκι κουνούσε τον κισσό στο περβάζι. Όταν πέρασε μια σκιά, εκείνος κοίταξε έξω· ένα σμήνος χελιδόνια ανταγωνίζονταν παιχνιδιάρικα, εκεί ψηλά. Από κάτω στο γρασίδι, κάποιοι είχαν βγει για να κάνουν ηλιοθεραπεία και παντού έβλεπες παιδιά και παρτέρια πλημμυρισμένα με λουλούδια· τόση ζωή, να συνεχίζεται ομαλά, παρά τα ατέλειωτα βάσανα των ανθρώπων και τη γνώση ότι όλα θα τελειώσουν.
Ήδη η μέρα τού έμοιαζε ατέλειωτη. Όταν κοίταξε στο πάνω μέρος της οθόνης του, για μία ακόμα φορά, έγραφε 14:27. Τώρα ευχόταν να είχε βγει έξω την ώρα του μεσημεριανού για να περπατήσει πέρα ως το κανάλι. Θα είχε κάτσει για λίγο σε ένα από κείνα τα παγκάκια και θα παρατηρούσε τους σιωπηλούς κύκνους και τα μικρά τους να καταβροχθίζουν τα κομματάκια ψωμί και τα άλλα αποφάγια που τους πετούσαν οι άνθρωποι εκεί κάτω, στο νερό. Χωρίς να το καταλάβει, έκλεισε το αρχείο με τον προϋπολογισμό πριν το αποθηκεύσει. Τότε ένα σαρωτικό ρεύμα περιφρόνησης τον χτύπησε και σηκώθηκε, διέσχισε τον διάδρομο και κατέληξε στις αντρικές τουαλέτες, όπου δεν ήταν κανείς, και σπρώχνοντας την πόρτα μπήκε σε μια άδεια τουαλέτα.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!