Αυτό δεν ήταν οι Μαλδίβες. Έκλεισα τα μάτια μου κι έγειρα το κεφάλι μου πίσω, προς τον αφόρητα καυτό απογευματινό ήλιο. Με το αεράκι που φυσούσε μπορούσα σχεδόν να προσποιηθώ ότι η υγρασία που κυλούσε στον λαιμό μου και μούσκευε τον γιακά μου ήταν νερό από μια πρόσφατη βουτιά στη θάλασσα αντί για τον ιδρώτα μου. Σχεδόν. Αντί γι’ αυτό, στεκόμουν στον χώρο αποβίβασης του αεροδρομίου της Καμπούλ, απορώντας πώς οι αρβύλες μου δεν έλιωναν και δεν κολλούσαν στο τσιμέντο με τέτοια θερμοκρασία. Ίσως ο λόγος για τον οποίο δεν είχα καταφέρει να πραγματοποιήσω το ταξίδι μου ήταν το κάρμα μου, που με τιμωρούσε επειδή είχα αποφασίσει να πάω χωρίς αυτή. «Νόμιζα πως εσύ ήσουν σε άδεια», είπε μια γνώριμη φωνή στα δεξιά μου. «Είμαι. Δε βλέπεις;» Άνοιξα το ένα μου μάτι όσο χρειαζόταν για να δω τον Τόρες να στέκεται δίπλα μου, με το καπέλο παραλλαγής να σκιάζει τα πυκνά του φρύδια.
«Να δω τι; Εσένα στον χώρο στάθμευσης των αεροπλάνων με το κεφάλι σου ριγμένο πίσω σαν να παίζεις σε διαφήμιση της Coppertone;» Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στο στόμα μου. «Δεν είναι ο χώρος στάθμευσης των αεροπλάνων. Είναι ένα μικρό μπανγκαλόου πάνω στο νερό στις Μαλδίβες. Δεν ακούς τα κύματα;» Το ρυθμικό βουητό από τουρμπίνες που πλησίαζαν γέμισε τον αέρα. «Εκείνο που ακούω είναι ότι χάνεις το μυαλό σου…» μουρμούρισε. «Απ’ ό,τι φαίνεται, έφτασαν». Άνοιξα απρόθυμα τα μάτια μου κι έψαξα στον ορίζοντα για ένα αεροσκάφος σε φάση τελικής προσγείωσης, εντοπίζοντάς το σε δευτερόλεπτα. Άντε πάλι τα ίδια. Όσο κι αν κάποτε αγαπούσα τη δράση που συνεπαγόταν το επάγγελμά μου, έπρεπε να παραδεχτώ ότι είχα αρχίσει να γερνάω. Η ειρήνη μού φαινόταν πολύ καλύτερη από τον διαρκή πόλεμο.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!