Αχνόφεγγε η Καστέλα καθώς το φως της μέρας ήταν ακόμη στον τελευταίο ύπνο του και βαριανάσαινε, ενώ το κουρασμένο φεγγάρι είχε πάρει τον δρόμο για την ανάπαυσή του, αφήνοντας λίγα ίχνη από την ουρά του. Έτσι, η μειλίχια θάλασσα, εκεί κάτω από τη Σπηλιά του Παρασκευά, ήταν ένα γκριζομπλέ πέπλο που περίμενε να λαμπυρίσει. Κοιμόταν κι όλος ο λόφος, η παλιά Μουνιχία, ο Προφήτης Ηλίας, οι πιστοί κι οι άπιστοί του, μεροκαματιάρηδες και πλούσιοι, ξενύχτηδες και ρέμπελοι κι απελπισμένοι κι αγωνιούντες. Μόνο η Βίκυ Παππά ξαγρυπνούσε κι ανάσαινε ελαφρά για να μην ξυπνήσει τον άντρα της, τον Μιχάλη, που είχε χτες δύσκολη μέρα στην τράπεζα και θα είχε σήμερα μπροστά του ακόμα δυσκολότερη, μια και χειριζόταν τους φακέλους με τα δάνεια και τις απαλλοτριώσεις. Δεν τη βάραινε τόσο η μπόλικη κοιλιά της με το κυοφορούμενο όσο οι σκέψεις που την τυραννούσαν. Σε τι κόσμο έρχεται το παιδί; Θα είμαι άξια και ικανή μητέρα; ήταν οι κύριες αγωνίες που τη βασάνιζαν. Τα οικονομικά τους ήταν ανθηρά, παρά τους χαλεπούς καιρούς, κι αυτό, όσο να ’ναι, παρείχε μια ασφάλεια. Τραπεζική υπάλληλος κι η ίδια, κοντά στον υποδιευθυντή άντρα της, ένα ζευγάρι που όχι μόνο έκανε καλό κουμάντο στα λεφτά, αλλά είχε φροντίσει να κρατήσει και τις οικονομίες του, το μεγαλύτερο μέρος από τις οποίες προερχόταν από την προίκα της Βίκυς.
Πικρή προίκα, αφού γνώρισε σκληρή ορφάνια στα δεκαπέντε της, σε πολύ τρυφερή ηλικία. Τότε ήταν που σκοτώθηκαν οι γονείς της, ο Ηλίας Δράκος και η Ευδοκία Κυριαζή, στο πρώτο ταξίδι που έκαναν χωρίς τη μοναχοκόρη τους. Κατέβαιναν από τη Θεσσαλονίκη, την πόλη τους, για τη Λάρισα, όπου θα πήγαιναν σ’ έναν γάμο και θα έμεναν εκεί για ένα τριήμερο. Σε μια στροφή-καρμανιόλα στα Τέμπη μια νταλίκα ξέφυγε από την πορεία της, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητό τους να μετατραπεί σε τσαλακωμένες λαμαρίνες, ένα με την άσφαλτο. Βρήκαν και οι δυο ακαριαίο, εφιαλτικό θάνατο, με τον δράκο του δρόμου να τους θερίζει τις ζωές και να διαλύει όνειρα και οικογένεια, στέλνοντας το ορφανό τους στο βασίλειο του πόνου και της θλίψης. Τότε ήταν που ανέλαβε τη Βίκυ η θεία της, η Φανή Κυριαζή, η κατά πέντε χρόνια μεγαλύτερη αδερφή της μάνας της.