Η Γκρέτσεν Πέιτζ πέρασε τη βούρτσα από τα ίσια ξανθά της μαλλιά, ενώ με το ελεύθερo χέρι της κρατούσε στο αυτί το τηλέφωνο. Δοκίμασε να κάνει χωρίστρα στη μέση και άφησε τα μαλλιά να πέσουν στους ώμους της. Ύστερα έφερε λίγα μπροστά, για να δει πώς θα ήταν με αφέλειες. Κάθε φορά που κοιταζόταν στον καθρέφτη, ήξερε πως το καλύτερο χαρακτηριστικό της ήταν τα μαλλιά της. Πολύ θα ήθελε τα βαθυπράσινα μάτια της να μην ήταν τόσο κοντά στη μύτη της, που τη θεωρούσε μικρή, υπερβολικά χαριτωμένη και καθόλου κομψή. Για να μην αναφέρει εκείνο το τραγικό, μικρό λακκάκι στο πιγούνι της. Θεωρούσε τον εαυτό της εφτάρι, αρκετά καλή για να είναι η πιο όμορφη μαζορέτα του Σαβάνα Μιλς. Τώρα όμως που θα πήγαινε στο λύκειο Σέιντισαϊντ, δέκα φορές πιο μεγάλο από το παλιό σχολείο της, πώς θα τα έβγαζε πέρα με τον ανταγωνισμό; Ούτε καν Sephora δεν υπήρχε στο Σαβάνα Μιλς!
«Κι εμένα μου λείπεις, Πόλι» είπε, καθώς προσπαθούσε να στερεώσει το τηλέφωνο στο αυτί της. Άφησε τη βούρσα, γύρισε με έναν στεναγμό την πλάτη στον καθρέφτη, διέσχισε το δωμάτιο και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της. «Είναι φρίκη να ξεκινάς σε καινούριο σχολείο την προτελευταία χρονιά». Η Γκρέτσεν ακούμπησε στο μεγάλο, μαλακό μαξιλάρι Hello Kitty, που της είχε κάνει δώρο η γιαγιά Χάνα όταν ήταν οκτώ. Η μισή γέμιση είχε φύγει, δεν της έκανε όμως καρδιά να το αποχωριστεί. Ήταν η μόνη συγγενής που συμπαθούσε, η γιαγιά Χάνα.