Η βροχή που έπεφτε ήταν πολύ δυνατή. Λες κι ο Θεός είχε αποφασίσει να κρεμάσει μια νερένια κουρτίνα από τον ουρανό· μια κουρτίνα που, αντίθετα με τις κανονικές, δεν μπορούσες να την παραμερίσεις για να δεις τι υπάρχει πίσω της. Αναγκαστικά, λοιπόν, βλέπαμε τα πάντα να παραμορφώνονται από τα μικροσκοπικά καλειδοσκόπια της μαγικής εκείνης βροχής. Μάλλον αυτός ήταν ο λόγος που κανένας μας δεν τον είδε να πέφτει: Μας είχε εμποδίσει η βροχή. Κανένας μας, εκτός από τη Ραλλού. Μόνο εκείνη τον είχε δει, την αλήθεια πρέπει να την πούμε! Αλλά η Ραλλού ήταν πολύ συνεσταλμένο παιδί από τη φύση της και μιλούσε ελάχιστα ή και καθόλου. Έτσι κι εμείς ήμασταν συνηθισμένοι να μην της πολυδίνουμε σημασία. Όταν, λοιπόν, γύρισε και με τα μεγάλα της μάτια μάς κοίταξε πολύ προσεκτικά και πολύ σοβαρά είπε: «Μόλις είδα έναν άγγ…γγελο να π…πέφτει στη γη. Τον π…παρέσυρε η βροχή μάλλον», εμείς ίσα που της ρίξαμε μια φευγαλέα ματιά και μετά γυρίσαμε, αφηρημένοι, ο καθένας μας στο δικό του κομμάτι τζάμι, για να μη χάσουμε το μέτρημα στις σταγόνες.
Αυτό ήταν το παιχνίδι που παίζαμε περιμένοντας να κοπάσει η μπόρα: Μετρούσαμε τις σταγόνες της βροχής. Τι άλλο μπορούσαμε να κάνουμε, άλλωστε; Ο δάσκαλος μας το είχε ξεκαθαρίσει: μπάλα στην τάξη ούτε κατά διάνοια. Και η αυλή μας, ως συνήθως, ήταν λίμνη. Έτσι κι εμείς, αφού είχαμε παίξει κρεμάλα, είχαμε πει διάφορα ανέκδοτα κι είχαμε πειράξει χίλιες φορές και βάλε τον Τότο για το καπέλο του, για τη σκισμένη του τσάντα, για τον θείο του τον απατεώνα, κι αφού αυτός μας είχε βρίσει χίλιες φορές και βάλε, μας είχε βγάλει άλλες τόσες τη γλώσσα κι είχε απειλήσει, δείχνοντάς μας τις γροθιές του, ότι θα μας έριχνε στο χώμα να φάμε λάσπη, είχαμε πια βαρεθεί και καθόμασταν κατσουφιασμένοι με κολλημένες τις μύτες μας στα τζάμια να χαζεύουμε τη νερένια κουρτίνα.