Λίγα είναι τα πράγματα που δε μου αρέσουν στη δουλειά. Αυτές οι ερωτήσεις της Ραφαέλας είναι σίγουρα ένα από αυτά, ίσως και το σημαντικότερο. Ξέρω ότι με ρωτάει από ευγένεια, όμως θα ένιωθα πολύ καλύτερα αν με άφηνε στην ησυχία μου. Πέρα από αυτό, όμως, η αλήθεια είναι πως μου αρέσει που δουλεύω. Δεν είναι λόγω του μέρους, σίγουρα όχι. Αν ήταν στο χέρι μου, όλα αυτά τα λουλουδένια μαξιλαράκια στα σιδερένια καθίσματα και τα πλαστικά γλαστράκια στα τραπέζια, που η Ραφαέλα με το ατέλειωτο μπίρι μπίρι κατάφερε να πείσει τους γονείς της να βάλουν στο μαγαζί, θα έβρισκαν τη θέση τους στους κοντινότερους κάδους ανακύκλωσης. Όμως εκείνη την κάνουν να νιώθει ωραία και όλο ανεβάζει φιλτραρισμένες φωτογραφίες στο instagram. Ίσως προσπαθεί να φτιάξει το portfolio της σε περίπτωση που αλλάξει γνώμη στο μέλλον και αποφασίσει να ασχοληθεί με τη δεύτερη μεγάλη αγάπη της, όπως λέει, τη διακόσμηση. Εγώ πιστεύω πως μάλλον το διαισθάνεται ήδη ότι η επιλογή της ψυχολογίας ήταν λάθος, όχι ότι στην αρχιτεκτονική θα διέπρεπε, αλλά ΟΚ.
Ούτε φυσικά είναι το είδος της δουλειάς. Δεν μπορώ να πω ότι το να φτιάχνω καφέδες είναι ο λόγος της ύπαρξής μου σε αυτόν τον κόσμο, αλλά ούτε αυτό μπορώ να το πω με σιγουριά, γιατί αυτή τη συγκεκριμένη περίοδο δεν έχω ιδέα ποιος είναι αυτός ο λόγος και αν, τελικά, υπάρχει καν. Αυτό που μου αρέσει περισσότερο νομίζω ότι είναι η ρουτίνα, ο κόσμος, η κίνηση. Έχει μια ροή το να δουλεύεις στην καφετέρια. Και δε συμπίπτουμε και πάντα με τη Ραφαέλα. Συνήθως εκείνη επιλέγει βάρδιες τις καθημερινές, ενώ εγώ προτιμώ τα Σαββατοκύριακα. Μέσα στην εβδομάδα, λίγο με το σχολείο, λίγο με το διάβασμα, περνάει η ώρα πιο ανώδυνα. Δεν μπορώ να πω ότι ισχύει το ίδιο όμως πια και για τα Σαββατοκύριακα.