«Δε θα βγάλει τη νύχτα», είπε αναστενάζοντας. «Καιρός της ήταν», είπε η άλλη, η πιο μικροκαμωμένη και σηκώθηκε απ’ τη θέση της. «Μη μιλάς έτσι, μάνα μας είναι», αποκρίθηκε η πιο ψηλή. «Κι επειδή είναι μάνα μας, θα πρέπει να ξεχάσω;» «Δεν είπα να ξεχάσεις, όμως ο θάνατος ελαφρύνει τα κρίματα». «Εσύ δεν πόνεσες όσο εγώ». «Όλες πονέσαμε», απάντησε η πιο βαριά, «λιγότερο ή περισσότερο, δεν έχει σημασία. Εκείνο που μετράει είναι ότι έχουμε πληγές μέσα μας που δε γιατρεύτηκαν». «Κι αυτό το καταραμένο λυχνάρι δε βοηθάει καθόλου. Μα πώς έζησε τόσα χρόνια χωρίς ηλεκτρικό; Είναι δυνατόν να έχει χρήματα και να μην πληρώνει το ρεύμα;» είπε τώρα η πιο ψηλή. «Για να μη βλέπει τα κρίματά της», απάντησε απότομα η πιο μικροκαμωμένη και η φωνή της ακούστηκε συριστική, σαν φίδι που ετοιμάζεται να επιτεθεί. «Η μάνα ήταν μαθημένη να ζει στα δύσκολα», αποκρίθηκε η βαριά σκιά. Η άρρωστη γυναίκα αναστέναξε βαθιά. Ανέπνεε με δυσκολία, όμως τις άκουγε. Άνοιξε πάλι τα μάτια της και τις κοίταξε. «Το σπίτι… να μην αφήσετε να σας πάρουν το σπίτι!» είπε με κόπο αλλά και μ’ ένταση.
Η πίστωση χρόνου είχε τελειώσει μαζί με τα ψέματα. «Μάνα, όλα αυτά τα χρόνια γιατί δεν καθάρισες την ντροπή;» τη ρώτησαν μ’ ένα στόμα. Η γυναίκα έσυρε με κόπο το χέρι της και άρπαξε το μπράτσο της πιο ψηλής. «Δεν είχα το κουράγιο να το κάνω… και δεν ήταν δική μου δουλειά. Να την καθαρίσετε εσείς… Δήμητρα…» είπε στη βαριά σκιά. «Ναι, μάνα…» «Εσύ ήσουν πάντα η πιο σκληρή απ’ τις αδελφάδες σου, εσύ να το κάνεις». «Πέρασαν τα χρόνια, μάνα, δεν είμαι πια τόσο σκληρή όπως τότε. Μη μου ζητάς να το κάνω εγώ, δεν έχω το κουράγιο», είπε. «Δεν αντέχω να γυρίσω πίσω». «Μυρτώ…» απευθύνθηκε τώρα στην πιο μικροκαμωμένη. «Τι θες;» της απάντησε απότομα. «Είσαι η μικρότερη, η πιο αδύναμη, όμως πάντα τα κατάφερνες πολύ καλά… όπως τότε, στο δάσος… Εσύ μπορείς να το κάνεις…» «Μη μου το ζητάς αυτό. Μη μου το ζητάς!» είπε δυνατά. «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μου ζητάς το παραμικρό!» ούρλιαξε και ξέσπασε σε λυγμούς.