«Μπορείς να μου εξηγήσεις τι διάολο σου συμβαίνει;» τη ρώτησα εξαγριωμένος. Εκείνη με κοίταξε και στα μάτια της είδα να κρύβεται κάτι βαθύ και σκοτεινό. Ωστόσο, μου χαμογέλασε απρόθυμα. «Αυτός είναι ο δικός σου κόσμος, Νίκολας», μου εξήγησε ήρεμα. «Εγώ απλώς ζω τη ζωή σου, απολαμβάνω τους φίλους σου και νιώθω απαλλαγμένη από οποιοδήποτε πρόβλημα. Αυτό κάνετε εσείς και αυτό υποτίθεται ότι πρέπει να κάνω κι εγώ», κατέληξε κι έκανε ένα βήμα πίσω για να απομακρυνθεί. Δεν πίστευα αυτά που άκουγα. «Έχεις χάσει εντελώς τον έλεγχο», της είπα χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής μου. Δε μου άρεσε αυτό που έβλεπα, δε μου άρεσε το άτομο στο οποίο μεταμορφωνόταν η κοπέλα με την οποία ήμουν ερωτευμένος. Αλλά αν το καλοσκεφτόμουν… Αυτά που έκανε και ο τρόπος που τα έκανε… Ήταν ακριβώς τα ίδια με όσα είχα κάνει κι εγώ, τα ίδια που έκανα πριν τη γνωρίσω. Εγώ την είχα μπλέξει σε όλα αυτά: εγώ έφταιγα. Ήταν λάθος μου που αυτοκαταστρεφόταν. Κατά κάποιον τρόπο, είχαμε ανταλλάξει ρόλους. Εκείνη εμφανίστηκε και με έβγαλε από τη μαύρη τρύπα στην οποία είχα μπεί οικειοθελώς, αλλά κάνοντάς το είχε καταλήξει να πάρει τη θέση μου σε αυτή.
ΚΑΘΩΣ ΑΝΕΒΟΚΑΤΈΒΑΖΑ το παράθυρο του καινούργιου αυτοκινήτου της μητέρας μου, δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι τι με περίμενε τον επόμενο άθλιο χρόνο. Εξακολουθούσα να αναρωτιέμαι πώς είχαμε καταλήξει έτσι, να φεύγουμε από το σπίτι μας για να διασχίσουμε όλη τη χώρα έως την Καλιφόρνια. Είχαν περάσει τρεις μήνες από τότε που είχα μάθει τα μοιραία νέα, αυτά που θα άλλαζαν τη ζωή μου ολοκληρωτικά, που θα με έκαναν να κλαίω τα βράδια, τα ίδια που θα κατάφερναν να με κάνουν να ικετεύω και να ξεσπώ σαν κοριτσάκι έντεκα αντί για δεκαεπτά ετών. Αλλά και τι μπορούσα να κάνω; Δεν ήμουν ενήλικη, έμεναν ακόμη έντεκα μήνες, τρεις εβδομάδες και δυο μέρες για να κλείσω τα δεκαοχτώ και να μπορέσω να ξεκινήσω το πανεπιστήμιο, μακριά από μια μητέρα που σκεφτόταν μόνο τον εαυτό της, μακριά από τους αγνώστους με τους οποίους τύχαινε να πρέπει να ζήσω, καθώς στο εξής θα έπρεπε να μοιραστώ τη ζωή μου με δύο παντελώς άγνωστους ανθρώπους και, μάλιστα, δυο άντρες.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!