Το πέτρινο λιοντάρι στην είσοδο του όρμου την περίμενε όπως κάθε μέρα κι εκείνη γύρισε το τιμόνι της βάρκας προς το μέρος του. Τρεις μέρες ο θυμός της θάλασσας δεν την είχε αφήσει να πάει κοντά του, τρεις μέρες περίμενε υπομονετικά τα κύματα να εκτονώσουν την οργή τους. Τα έβλεπε να ορμούν μανιασμένα στα βράχια κι ας ήξεραν ότι θα διαλυθούν στις κοφτερές άκρες τους. Ήταν δικό τους μέλημα αυτές οι απόκρημνες ακτές^ το κομμάτιασμα της στεριάς ήταν το μόνο τους δημιούργημα^ το ολοδικό τους έργο τέχνης…
Γύρισε και κοίταξε πίσω της το σπίτι της να ξεμακραίνει. Αναπαυόταν στον κλειστό του όρμο, πνιγμένο στο πράσινο, απομονωμένο… όπως και η ίδια. Η φιγούρα του άντρα στην ακτή τής ήταν γνώριμη, γι’ αυτό και χαμογέλασε. Ακόμη κι από κει που ήταν μπορούσε να νιώσει ολοκάθαρα την αγωνία του^ θα διαρκούσε μέχρι την ώρα που θα τη βοηθούσε να ξαναδέσει τη βάρκα της, για να την οδηγήσει κατόπιν στην ήσυχη κουζίνα, και να της φτιάξει η Ευγενία, η γυναίκα του, τη συνηθισμένη ζεστή σοκολάτα, σερβιρισμένη στην αγαπημένη της κούπα, μαζί με ένα τρυφερό χάδι στα μαλλιά, όπως τότε που ήταν παιδί.
Η Ευγενία κατέβηκε με κόπο τα σκαλιά και πάτησε στην άμμο^ ήταν δροσερή και αυτό ανακούφισε κάπως τον πόνο των ποδιών της. Πάει στο καλό, γέρασα μου φαίνεται! σκέφτηκε και πλησίασε τον άντρα της. Εκείνος είχε ακόμη τα μάτια καρφωμένα στη μικρή άσπρη βάρκα, που ξανοιγόταν με ταχύτητα. «Τι κάνεις εδώ;» τον ρώτησε, αν και ήξερε την απάντηση.
«Έφυγε… Πάλι στο λιοντάρι πηγαίνει…» απάντησε εκείνος χωρίς να παίρνει τα μάτια του από τη θάλασσα.