Ο ΝΙΚΛΑΣ ΕΤΡΩΓΕ αργά κοιτάζοντας την οικογένειά του στην άλλη πλευρά του τραπεζιού. Ήταν μόλις δεκαεπτά Δεκεμβρίου και λίγο νωρίς, κατά τη γνώμη του, για χριστουγεννιάτικους στολισμούς, αλλά είχε αποφασίσει με την κόρη του να μην περιμένουν τελευταία στιγμή. Έτσι, το τραπέζι στόλιζαν μικροί Αγιοβασίληδες από λευκή πορσελάνη και το δωμάτιο φωτιζόταν από τη ζεστή λάμψη μιας γιρλάντας με χριστουγεννιάτικα φωτάκια. Ήξεραν ότι αν έφερναν από τώρα δέντρο στο σπίτι, δύσκολα θα επιβίωνε μέχρι την Παραμονή των Χριστουγέννων. Έτσι κρέμασαν τα φωτάκια στο φωτιστικό πάνω από το τραπέζι, και τα άναψαν αντί για τη λάμπα.
Η κόρη του φορούσε ένα πουλόβερ με μικρά κόκκινα και πράσινα φωτάκια που αναβόσβηναν, και ο ίδιος μια κόκκινη χριστουγεννιάτικη γραβάτα. Το κοστούμι του ήταν φυσικά γκρι, όπως πάντα. Έπρεπε να υπάρχει κάποιο μέτρο στις παλαβομάρες. Έφερε στο στόμα του το πιρούνι με άλλη μια μπουκιά. Ένα κομμάτι ψητό ανανά, γλασαρισμένο με τζίντζερ, τσίλι και μέλι. Προσωπικά δεν πίστευε ότι τα φρούτα ταιριάζουν σε ένα κύριο πιάτο, όμως η κόρη του λάτρευε τον ανανά. Πιθανώς τον προτιμούσε από το ζουμερό κρέας Kobe. Κανένα πρόβλημα, περισσότερη εκλεκτή λιχουδιά στο πιάτο του.
Οι άλλοι στο τραπέζι ήταν εξίσου απασχολημένοι με το φαγητό, οπότε δεν έδειχναν να προσέχουν τον τρόπο που τους κοίταζε. Αυτό ήταν καλό. Μάλλον έμοιαζε εντελώς ηλίθιος, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Πάντως ένιωθε, ελλείψει καλύτερης λέξης, ήρεμος. Το συναίσθημα ήταν πρωτόγνωρο, αν και τελικά δεν δυσκολεύτηκε πολύ για να το πετύχει. Δεν απαιτούσε λαμπρή καριέρα, παρόλο που ήταν εξαιρετικά επιτυχημένος. Ούτε οροφοδιαμέρισμα στη Λινεγκάταν στο Εστερμάλμ, αν και πραγματικά εκτιμούσε την άνετη ζωή που ζούσε με την κόρη του.