Έχει πάνω από πέντε λεπτά στη γωνία απέναντι και κοιτάζει προς την πόρτα χωρίς να ξέρει τι να κάνει· να μπει τώρα ή να επιστρέψει αύριο με τους ίδιους δισταγμούς όπως σήμερα. Εισπνέει βαθιά και αρχίζει να περπατάει. Διασχίζει τον δρόμο σχεδόν χωρίς να κοιτάξει δεξιά αριστερά και, έπειτα από λίγα μέτρα πεζοδρομίου, σπρώχνει φοβισμένα την πόρτα. Έφτασε. Της λένε να καθίσει ένα λεπτό στον καναπέ που υπάρχει στην αίθουσα αναμονής και θα την εξυπηρετήσουν αμέσως. Όσο περιμένει, παρατηρεί τα έργα που καλύπτουν τους τοίχους, σχέδια που μάλλον σπάνια θα εκτεθούν σε μουσείο, αλλά που πιθανότατα θα τα δει πολύ περισσότερος κόσμος. Όχι στη δική της περίπτωση. Το δικό της θα το βλέπει μόνο εκείνη, κανένας άλλος. Τουλάχιστον αυτό πιστεύει τώρα. Έπειτα από λίγα λεπτά τής λένε να περάσει σε μια άλλη αίθουσα, πιο μικρή, πιο σκοτεινή, πιο προσωπική… Και όταν μπαίνει, τον βλέπει.
Ξαπλωμένο στο τραπέζι, μεγάλο, πολύ μεγάλο, τόσο ώστε να της καλύψει ολόκληρη την πλάτη: έναν γιγάντιο δράκο. Της εξηγούν και πάλι πώς θα είναι η διαδικασία, πόσο θα πάρει, ποια μέθοδο θα χρησιμοποιήσουν… και, κυρίως, την προειδοποιούν ότι, αν πονάει σε μια κανονική πλάτη, στη δική της θα πονέσει ακόμα περισσότερο. Το σκέφτεται και πάλι για λίγα δευτερόλεπτα. Αποφασίζει να προχωρήσει. Βγάζει το μπλουζάκι και το παντελόνι, βγάζει επίσης το σουτιέν, κι έτσι, γυμνή στην ουσία, ξαπλώνει μπρούμυτα στο ντιβάνι, αποκαλύπτοντας μια πλάτη που την πονάει να τη βλέπει. Μια πλάτη γεμάτη ουλές –από εκείνες που γεννιούνται από εγκαύματα–, οι οποίες μεγάλωναν μαζί με το δέρμα μιας γυναίκας που πριν χρόνια, όταν ήταν ακόμα παιδί, επισκέφτηκε την κόλαση.