Η Άιλα Κράουν γεύτηκε θάνατο στο πίσω μέρος της γλώσσας της. Μερικά λεπτά πριν, είχε ξεκλειδώσει τη μυστική κρύπτη στο Μέρος με τους Καθρέφτες. Εκεί μέσα αναδευόταν η δύναμη, ψιθυρίζοντας σε μια γλώσσα που εκείνη δεν καταλάβαινε, καλώντας κάτι βαθιά μέσα στο μεδούλι της. Το ένιωθε επείγον, προφανές, σαν την απάντηση σε μια ερώτηση που, για κάποιον λόγο, είχε ξεχάσει.
Το υπόλοιπο εγκαταλειμμένο παλάτι κατέρρευε, όμως αυτή η πόρτα είχε παραμείνει κλειστή όσο υπήρχαν οι κατάρες. Οι πρόγονοί της είχαν παλέψει να την κρατήσουν μυστική. Το στέμμα της ήταν το μοναδικό κλειδί, και η Άιλα σκέφτηκε, καθώς άνοιγε την πόρτα μ’ ένα τρίξιμο, ότι θα πρέπει να υπήρχε κάποιος λόγος που την είχαν κρύψει τόσο καλά. Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα, καθώς κοίταξε μέσα.
Όμως, προτού προλάβει να δει κάτι ενδιαφέρον, μια δύναμη όρμησε από το κενό, τη χτύπησε στον θώρακα και την έριξε στην άλλη άκρη του δωματίου. Η πόρτα έκλεισε με δύναμη. Προς στιγμήν υπήρξε ησυχία, σχεδόν γαλήνη, που είχε γίνει η πιο πολυπόθητη και σπάνια πολυτέλεια. Ήταν το μόνο που τολμούσε να εύχεται αυτές τις μέρες: γαλήνη από τον πόνο που παλλόταν μέσα στο στήθος της, εκεί όπου ένα βέλος είχε σκίσει την καρδιά της στα δυο.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!