Η πλατεία ήταν γεμάτη ανθρώπους που είχαν σηκωθεί από το χάραμα για να δουν αίμα. Είχαν συνωστιστεί περιμετρικά της ξύλινης σκηνής όπου είχε στηθεί η γκιλοτίνα, σπρώχνοντας με τα σώματα και τους αγκώνες τους για να φτάσουν όσο πιο μπροστά γινόταν, κοντά στη δράση. Εκείνοι οι λίγοι τυχεροί που τα κατάφερναν κουνούσαν μαντίλια· όταν τα κεφάλια κυλούσαν στα σανίδια της σκηνής, προσπαθούσαν να βουτήξουν τα μαντίλια τους στο αίμα. Αναμνηστικά που θα κληροδοτούσαν στα παιδιά τους και τα παιδιά των παιδιών τους. Να, βλέπετε; Ήμουν εκεί, θα έλεγαν ξετυλίγοντας το κομμάτι του υφάσματος. Είδα την Επανάσταση. Είδα τους προδότες να χάνουν τα κεφάλια τους.
Το φως του πρωινού ήλιου αντανακλούσε πάνω στη λευκή πέτρα του δικαστηρίου. Παρότι τα χέρια του ήταν δεμένα, ο Αντουάν Λαβουαζιέ κατάφερε να ισιώσει τις μανσέτες του πουκαμίσου του. Είχε φορέσει το πιο πρόχειρο από τα πουκάμισά του εκείνο το πρωί για το δικαστήριο – κάτι σκέτο και απλό, στο χρώμα του λιναριού. Ήταν το ρούχο εργασίας του, αυτό που φορούσε στο εργαστήριό του, γνωρίζοντας ότι μπορεί να λερωθεί με ιδρώτα ή με κάποιο από τα εκατοντάδες χημικά διαλύματα που φυλούσε σε γυάλινα φιαλίδια. Η γυναίκα του, η Μαρί-Αν, είχε απειλήσει καμιά δεκαριά φορές να το πετάξει. Ο Αντουάν το είχε φορέσει σήμερα, ελπίζοντας να αποδείξει έτσι στον δικαστή και στο μαινόμενο πλήθος έξω από το δικαστήριο ότι ήταν κι αυτός άνθρωπος του λαού. Δεν ωφέλησε σε τίποτα· είτε είχε φορέσει ρούχα εργασίας είτε πολυτελές μπροκάρ, πάλι ίδιο θα ήταν το αποτέλεσμα.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!