Χιόνι απαλό σαν βαμβάκι χόρευε κάτω απ’ τους φανοστάτες του δρόμου. Μια πάνω, μια κάτω, χωρίς σκοπό, αφήνοντας να το παρασέρνει ο διαβολεμένος παγερός άνεμος που ερχόταν με ορμή από το μεγάλο σκοτάδι του φιόρδ του Όσλο. Μαζί στροβιλίζονταν χιόνι και άνεμος, γύρω γύρω στο σκοτάδι ανάμεσα στις μεγάλες αποθήκες στην αποβάθρα του λιμανιού, που ήταν όλες κλειστές για τη νύχτα. Ώσπου ο άνεμος βαριόταν τον χορό και παρατούσε την ντάμα του δίπλα στο τοίχο. Εκεί το ξερό, ανεμοδαρμένο χιόνι καταστάλαζε γύρω από τα παπούτσια του άντρα που είχα μόλις πυροβολήσει στο στήθος και στον λαιμό. Αίμα έσταζε πάνω στο χιόνι από το κάτω μέρος του πουκαμίσου του. Δεν ξέρω πολλά για το χιόνι –για τίποτε δεν ξέρω πολλά, εδώ που τα λέμε–, αλλά έχω διαβάσει ότι οι κρύσταλλοι που σχηματίζονται όταν το χιόνι είναι πάρα πολύ παγωμένο είναι εντελώς διαφορετικοί από τις χοντρές νιφάδες ή από το υγρό χιόνι ή από το άλλο, το τριζάτο. Και ότι στη μορφή των κρυστάλλων και στην ξηρότητα του χιονιού οφείλεται το ότι η αιμοσφαιρίνη του αίματος διατηρεί το ζωηρό κόκκινο χρώμα της.
Όπως και να ’χει, το αίμα πίσω από το κορμί του άντρα μού έφερε στον νου βασιλικό μανδύα, ολοπόρφυρο, με ένα λευκό ρέλι από ερμίνα, όπως στις ζωγραφιές σ’ εκείνο το βιβλίο με τα λαϊκά νορβηγικά παραμύθια που μου διάβαζε η μητέρα μου. Της άρεσαν οι βασιλιάδες και τα παραμύθια. Ίσως γι’ αυτό μου έδωσε κι εμένα βασιλικό όνομα. Η Evening Post έγραφε πως, αν συνεχιζόταν αυτό το κρύο ως την Πρωτοχρονιά, το 1977 θα ήταν η ψυχρότερη χρονιά μετά τον πόλεμο και ότι θα τη θυμόμασταν σαν το ξεκίνημα της νέας εποχής των παγετώνων που οι επιστήμονες προέβλεπαν καιρό τώρα. Ξέρω κι εγώ; Εγώ το μόνο που ήξερα ήταν ότι ο άντρας που στεκόταν απέναντί μου θα πέθαινε από στιγμή σε στιγμή. Φαινόταν από το πώς έτρεμε το κορμί του. Ήταν ένας από τους άντρες του Ψαρά. Δεν είχα τίποτα προσωπικό εναντίον του. Αυτό του είπα πριν σωριαστεί αφήνοντας μια μεγάλη κόκκινη μουτζούρα πάνω στον τοίχο.