Ποτέ στη διάρκεια της καριέρας μου δεν ασχολήθηκα με ρεκόρ και στατιστικές. Μου λένε ότι είμαι ο πολυνίκης Έλληνας προπονητής στην ιστορία του μπάσκετ και καμιά φορά οι συνομιλητές μου απορούν όταν τους ρωτάω πόσα πρωταθλήματα πήρα. Ποτέ δεν τα μέτραγα, ποτέ δε μέτρησα νίκες. Το μοναδικό που με ενδιέφερε ήταν να κερδίζω. Τον επόμενο αγώνα. Την επόμενη Πέμπτη ή το επόμενο Σάββατο. Είναι παράξενο που ξεκινάω αυτό το βιβλίο μιλώντας για ήττες λοιπόν. Αλλά η ήττα είναι μέσα στη ζωή του προπονητή. Έμαθα τις ήττες να τις περνάω μόνος μου. Κάποτε έλεγα ότι «η νίκη έχει πολλούς πατεράδες, αλλά η ήττα είναι ορφανή». Κανείς δεν τη θέλει και κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη. Τώρα, μετά από μια ζωή στα γήπεδα, μπορώ να πω ότι η ήττα έχει πατέρα: τον προπονητή. Τα βράδια που έχανα ήμουν τρελαμένος. Δε μιλούσα σε άνθρωπο, δεν είχα όρεξη για τίποτα, δε θυμάμαι ποτέ μετά από ήττα να είχα τη διάθεση να βγω από το ξενοδοχείο όπου έμενε η αποστολή της ομάδας ή από το σπίτι μου.
Ποτέ δεν αγάπησα την ήττα. Τη σιχαινόμουν, ήθελα πάντα να κερδίζω. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι το 1984 ο Άρης έχασε μέσα σε λίγες μέρες δύο τίτλους μαζί. Το Κύπελλο από τον ΠΑΟΚ και το Πρωτάθλημα από τον Παναθηναϊκό. Έφυγα σαν τον τρελό από τη Θεσσαλονίκη, πήγα και απομονώθηκα στη Σίβηρη, στη Χαλκιδική, στο ησυχαστήριό μου. Δε θυμάμαι αν κοιμόμουν, αν έτρωγα, ζούσα σαν ερημίτης, δεν ξέρω πόσες μέρες έμεινα εκεί. Μιλούσα με ελάχιστους ανθρώπους στο τηλέφωνο. Δεν μπορούσα να ακούω το «δεν πειράζει, Γιάννη» που μου έλεγαν οι περισσότεροι. Τι θα πει «δεν πειράζει»; Φυσικά και πειράζει. Τότε είχα πει κάτι που μετά από καιρό, όταν δημιουργήθηκε η «αυτοκρατορία» του Άρη, μια ομάδα σχεδόν ανίκητη, το θυμήθηκε ένας από τους επιμελητές του παρόντος βιβλίου και το αναπαρήγαγε αργότερα.