Δεν ήταν η πρώτη φορά που ξέσπαγε καβγάς στο πρωινό τραπέζι, στο σπίτι της οδού Πρίβετ αριθμός 4. Ο κύριος Βέρνον Ντάρσλι είχε ξυπνήσει άγρια χαράματα από ένα δυνατό κρώξιμο που ακούστηκε από το δωμάτιο του ανιψιού του, του Χάρι. «Είναι η τρίτη φορά μέσα σε μια εβδομάδα!» βρυχήθηκε από την άλλη μεριά του τραπεζιού. «Αν δεν μπορείς να κουμαντάρεις την κουκουβάγια, να τη διώξεις!» Ο Χάρι προσπάθησε, για πολλοστή φορά, είναι αλήθεια, να του εξηγήσει. «Πλήττει», είπε. «Είναι μαθημένη να πετάει ελεύθερη. Αν την άφηνα έξω τη νύχτα…» «Σου φαίνομαι για χαζός;» γρύλισε ο θείος Βέρνον, ενώ από το παχύ μουστάκι του κρεμόταν ένα κομματάκι τηγανητό αυγό. «Ξέρεις τι θα γίνει αν αφήσουμε έξω την κουκουβάγια…» Αντάλλαξε ένα βλοσυρό βλέμμα με τη γυναίκα του, την Πετούνια. Ο Χάρι έκανε να απαντήσει, αλλά ένα δυνατό, μακρόσυρτο ρέψιμο από τον Ντάντλι, τον γιο των Ντάρσλι, έπνιξε τα λόγια του. «Θέλω κι άλλο μπέικον». «Έχει στο τηγάνι, μανάρι μου», είπε η θεία Πετούνια κοιτάζοντας συγκινημένη τον χοντρομπαλά γιο της. «Πρέπει να σε ταΐζουμε καλά τώρα που είσαι εδώ… Το φαγητό του σχολείου σου δε μου εμπνέει καμιά εμπιστοσύνη…»
«Κουταμάρες, Πετούνια. Εγώ, όταν φοιτούσα στο Σμέλτινγκς, δεν πείνασα ποτέ μου», δήλωσε ο θείος Βέρνον. «Ο Ντάντλι τρώει καλά, έτσι δεν είναι, γιε μου;» Ο Ντάντλι, που ήταν τόσο χοντρός ώστε ο πισινός του ξεχείλιζε από την καρέκλα, χαμογέλασε και στράφηκε στον Χάρι. «Δώσε μου το τηγάνι». «Ξέχασες τη μαγική λέξη», είπε εκνευρισμένος ο Χάρι. Η απλή αυτή φράση επέδρασε στην οικογένεια με έναν τρόπο απίστευτο: ο Ντάντλι έπεσε με έναν πνιχτό βόγκο από την καρέκλα του, τραντάζοντας όλη την κουζίνα· η κυρία Ντάρσλι έβγαλε μια μικρή κραυγή και σκέπασε το στόμα της με τα χέρια της· ο κύριος Ντάρσλι πετάχτηκε όρθιος, με φουσκωμένες τις φλέβες στους κροτάφους. «Εννοούσα “παρακαλώ”!» είπε βιαστικά ο Χάρι. «Δεν εννοούσα…» «ΤΙ ΣΟΥ ΕΧΩ ΠΕΙ», άστραψε και βρόντησε ο θείος του ραντίζοντας με σάλια όλο το τραπέζι, «ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΞΗ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ ΑΠΟ ΜΙ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ;»
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!