ΕΚΕΊΝΟ ΤΟ ΖΕΣΤΌ ΠΡΩΙΝΌ του 1850, όταν ξύπνησε η Αμαλία, το σπιτάκι τους ήταν τόσο ήσυχο, που άκουγε τις μύγες να πετάνε. Μα πού είναι ο πατέρας; Τι έγινε; αναρωτήθηκε ανήσυχη τρίβοντας τα μάτια της. Ποτέ δεν ξυπνούσε από μόνη της η Αμαλία, ήταν υπναρού. Κάθε πρωί, μόλις έβγαινε ο ήλιος, την ξυπνούσαν τα βήματα του πατέρα της, του κυρ Λάμπρου, που μπαινόβγαινε στο σπίτι. Έβγαινε να ταΐσει τις κότες, έμπαινε να φέρει ξύλα για το τζάκι, έβγαινε να φέρει νερό απ’ την πηγή, έμπαινε για να το βράσει με τσάι του βουνού, έβγαινε για να φέρει μέλι απ’ το πιθάρι, έμπαινε για να βάλει το μέλι στο τσάι και να ζεστάνει στη φωτιά ένα κομμάτι πίτα. Μόλις τα ετοίμαζε όλα, έβαζε μια γαϊδουροφωνάρα στην κόρη του: – ΑΜΑΛΙΑΑΑΑΑΑ, ξύπνα, πλημμύρισε το ρέμα και θα πνιγούμε! Μετά γελούσε με το βροντερό του γέλιο: – ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!
Και της έφερνε το αρωματικό τσάι δίπλα στη μύτη της, για να την κάνει να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι. Τρελαινόταν για τσάι με μέλι η Αμαλία. Μπορούσε να το πίνει όλη μέρα. Και μάλιστα, τις καλές χρονιές, με τα πολλά λουλούδια, όταν το μέλι που έβγαζαν οι μέλισσες του μπαμπά της ήταν πολύ αρωματικό, της άρεσε να βουτάει το δάχτυλό της μέσα στο βάζο στα κρυφά και μετά να το γλείφει με κάθε γουλιά τσαγιού που κατάπινε. Σήμερα, όμως, ούτε ρέμα πλημμύρισε ούτε φωτιά άναψε ούτε τσάι μύρισε. Τι συνέβη; Η Αμαλία πετάχτηκε πάνω ανήσυχη, έριξε όπως όπως ένα σάλι στους ώμους της και παραμέρισε την κουρελού που είχε το σπιτάκι τους αντί για πόρτα.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!