Τα παντζούρια που ανοιγόκλειναν, παραδομένα στους ανέμους της καταιγίδας, ήταν το μόνο σημάδι της άφιξής της. Κανείς δεν την είχε αντιληφθεί όπως σκαρφάλωνε στον τοίχο του κήπου της σκοτεινής έπαυλης, κι έτσι όπως βροντούσαν οι κεραυνοί και λυσσομανούσαν οι αέρηδες από τη μεριά της γειτονικής θάλασσας, κανείς δεν την άκουσε όπως, κρατημένη από το λούκι, κρεμόταν από το περβάζι του παραθύρου και τρύπωνε στον διάδρομο του πρώτου ορόφου. Στο άκουσμα βημάτων που σίμωναν, η Υπέρμαχος του βασιλιά κόλλησε με την πλάτη σε μια εσοχή. Κρυμμένη πίσω από μια μαύρη μάσκα, κουκουλωμένη, γύρεψε να γίνει ένα με τις σκιές, να καταλήξει μια σκιά στο σκοτάδι. Μια νεαρή υπηρέτρια προσπέρασε την κρυψώνα της με βήμα άκεφο, στάθηκε μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και, ψελλίζοντας μια βρισιά, το αμπάρωσε. Λίγες στιγμές αργότερα χάθηκε στη σκάλα που εκτεινόταν στην απέναντι άκρη του διαδρόμου. Η κοπέλα δεν είχε αντιληφθεί τα βρεγμένα αποτυπώματα στα σανίδια του πατώματος.
Μια αστραπή έσκισε τον ουρανό και φώτισε τον διάδρομο. Η ασασίνος πήρε βαθιά ανάσα, έτσι όπως ανάτρεχε νοερά στα σχέδια που είχε απομνημονεύσει μεθοδικά τις τρεις μέρες που είχε περάσει παρακολουθώντας την έπαυλη, στα περίχωρα του Μπέλχεϊβεν. Πέντε πόρτες σε κάθε πλευρά του διαδρόμου. Το υπνοδωμάτιο του άρχοντα Νίραλ βρισκόταν πίσω από την τρίτη στ’ αριστερά. Έστησε αυτί μήπως και πλησίαζαν άλλοι υπηρέτες, όμως το σπίτι παρέμεινε σιωπηλό, την ώρα που η καταιγίδα λυσσομανούσε ολόγυρά τους.
Σιωπηλή κι αθόρυβη σαν αερικό, η Υπέρμαχος προχώρησε στον διάδρομο. Η πόρτα της κάμαρας του άρχοντα Νίραλ άνοιξε μ’ έναν ανεπαίσθητο αναστεναγμό. Εκείνη κοντοστάθηκε περιμένοντας την επόμενη βροντή, προτού περάσει ακροπατώντας μέσα και κλείσει την πόρτα πίσω της. Μια δεύτερη αστραπή φώτισε τις δυο μορφές που κοιμόνταν στο επιβλητικό κρεβάτι. Ο λόρδος Νίραλ δεν πρέπει να ήταν πάνω από τριάντα πέντε χρονών και η γυναίκα του, μελαχρινή και όμορφη, κοιμόταν ήσυχα στην αγκαλιά του. Άραγε τι είχαν κάνει που έθιξε τον βασιλιά τόσο βαριά, ώστε να τους θέλει νεκρούς;
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!