Κάθε πρωί που ξυπνάω, νομίζω ότι δεν θα τα καταφέρω. Ή σκέφτομαι ότι δεν θέλω να τα καταφέρω. Είμαι βαριά απ’ όσα έκανα το προηγούμενο βράδυ και είμαι βαριά απ’ όλα όσα έχω μέσα μου, και μερικές φορές είναι πολλά για να τα κουβαλάω. Είναι το είδος της κούρασης που σε κάνει να νιώθεις πως τα κόκαλά σου είναι καχεκτικά και αποσυνδεμένα. Είναι το είδος της κούρασης που το νιώθεις σαν τσιμέντο στα παπούτσια σου, σαν μολυβένιο γιλέκο ακτίνων Χ στο στήθος σου, τούβλα δεμένα στους καρπούς σου. Όμως σηκώνομαι. Σηκώνομαι από το κρεβάτι, ακουμπάω τα τσιμεντένια πόδια μου στο πάτωμα και αρχίζω την ηλίθια ρουτίνα της μέρας επειδή αυτό σημαίνει να είσαι δεκαπέντε χρονών: η μητέρα σου θα σου φωνάξει, αν αργήσεις στο σχολείο· ο μπαμπάς σου θα σου φωνάξει ότι θα αργήσει στη δουλειά του, αν δεν βιαστείς. Ο καθηγητής σου θα σε φέρει σε δύσκολη θέση στην τάξη επειδή δεν πρόσεχες. Οποιοσδήποτε και όλοι μαζί πέφτουν πάνω σου στον διάδρομο, στριμώχνοντάς σε στον τοίχο, και δεν το κάνουν επίτηδες. Είναι χειρότερο. Απλώς δεν σε βλέπουν καν.
Δεν υπάρχεις. Δεν είσαι το παραμικρό στίγμα στο ραντάρ της ανθρωπιάς τους. Θα δεις εκείνο το άτομο που πήρε την καρδιά σου, την έκοψε στη μέση, την έβαλε στο στόμα του και την κατάπιε, κι εσύ τη θέλεις πίσω και νομίζεις ότι δεν θα την πάρεις ποτέ… και ποιος μπορεί να ζήσει έτσι; Ή θα θυμηθείς πως η γιαγιά σου έχει πεθάνει και αυτό είναι μια τεράστια μαύρη τρύπα που πεινάει για σένα. Και ποιος μπορεί να ζήσει έτσι; Μπορεί να κάνουμε άσκηση για πυροβολισμούς σήμερα και να πρέπει να κουρνιάσω κάτω από τα παράθυρα στο μάθημα των καλλιτεχνικών. Ή μπορεί να είναι αληθινό αυτή τη φορά και όχι άσκηση. Οι πιγκουίνοι στην Ανταρκτική έχουν πλαστικά στο αίμα τους. Πυρκαγιές. Πλημμύρες. Κάνει ζέστη στο μέρος όπου ζεις, στην έρημο, και κάθε χρόνο γίνεται χειρότερα. Όμως πρέπει να σηκώνεσαι γιατί είσαι δεκαπέντε χρονών, και αυτό τελικά κάνεις.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!