Έφτασε στo πάρκινγκ πολύ νωρίτερα από τη συνηθισμένη της ώρα. Αμέσως μόλις βγήκε από το αυτοκίνητο, την τύλιξε το πηχτό, υγρό σκοτάδι της νύχτας του Ιουλίου. Ίσως έφταιγε η ζέστη και η υγρασία, αλλά η νύχτα της φάνηκε εξαιρετικά βαριά και μαύρη. Nιώθοντας ελαφρά ξέπνοη, η Μασάκο Κατόρι σήκωσε τα μάτια της στον νυχτερινό άναστρο ουρανό. Το δέρμα της –στεγνό και δροσερό μέσα στον κλιματιζόμενο αέρα του αυτοκινήτου– είχε αρχίσει ήδη να κολλάει. Ανάμικτη με τα καυσαέρια από τον αυτοκινητόδρομο ταχείας κυκλοφορίας Σιν-Ούμε, έπιασε στον αέρα μια αχνή οσμή τηγανίλας, τη χαρακτηριστική μυρωδιά του εργοστασίου έτοιμων γευμάτων όπου πήγαινε να πιάσει δουλειά. «Θέλω να πάω σπίτι». Τη στιγμή που τη χτύπησε η μυρωδιά, της ήρθαν στο μυαλό αυτά τα λόγια. Δεν ήξερε πού ακριβώς ήθελε να πάει, σίγουρα πάντως όχι στο σπίτι απ’ όπου είχε φύγει πριν από λίγο. Αλλά γιατί να μη θέλει να επιστρέψει εκεί; Και πού ήθελε να πάει; Ένιωσε εντελώς χαμένη.
Από τα μεσάνυχτα μέχρι τις πέντε και μισή, χωρίς διάλειμμα, έπρεπε να στέκεται όρθια μπροστά σ’ έναν ταινιόδρομο πακετάροντας γεύματα. Για εργασία μερικής απασχόλησης η αμοιβή ήταν καλή, αλλά η ίδια η δουλειά εξαντλητική. Κι άλλες φορές, όταν δεν αισθανόταν καλά, την είχε σταματήσει εκεί στο πάρκινγκ η σκέψη της δύσκολης βάρδιας που είχε μπροστά της. Αυτό όμως ήταν κάτι άλλο, ήταν μια αίσθηση ματαιότητας. Όπως έκανε πάντα σε τέτοιες στιγμές, η Μασάκο άναψε τσιγάρο, αλλά απόψε κατάλαβε για πρώτη φορά ότι το έκανε απλώς για να σκεπάσει τη μυρωδιά του εργοστασίου.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!