Η συζήτηση είναι ο επικοινωνιακός αέρας που αναπνέουμε. Όλη μέρα μιλάμε με συγγενείς, φίλους, αγνώστους, συναδέλφους, ακόμη και με κατοικίδια. Επικοινωνούμε με μηνύματα κειμένου, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, με διαδικτυακές αναρτήσεις και από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μιλάμε μέσα από πληκτρολόγια και συστήματα μετατροπής της φωνής σε κείμενο, μερικές φορές με χειρόγραφες επιστολές, επίσης με γρυλίσματα, χαμόγελα, γκριμάτσες και στεναγμούς.
Όμως δεν είναι όλες οι συζητήσεις ίδιες. Όταν μια συζήτηση έχει ουσία, αισθανόμαστε υπέροχα, σαν να αποκαλύπτεται κάτι σημαντικό. «Τελικά, ο δεσμός κάθε σχέσης, είτε είναι γάμος είτε φιλία, είναι η συζήτηση», έγραψε ο Όσκαρ Ουάιλντ. Ωστόσο, όταν μια συζήτηση ουσίας δεν πηγαίνει καλά, αισθανόμαστε απαίσια. Υπάρχει απογοήτευση, σαν να χάσαμε μια ευκαιρία. Μπορεί μετά να νιώθουμε μπερδεμένοι, στενοχωρημένοι, να μην είμαστε καν σίγουροι αν κάποιος κατάλαβε κάτι απ’ όσα ειπώθηκαν.
Τι καθορίζει αυτή τη διαφορά; Όπως εξηγεί το επόμενο κεφάλαιο, ο εγκέφαλός μας έχει εξελιχθεί έτσι που να λαχταρά τη σύνδεση με τους άλλους. Για να μπορούμε όμως να ευθυγραμμιζόμαστε συστηματικά με τους συνομιλητές μας, πρέπει να καταλάβουμε πώς λειτουργεί η επικοινωνία και, το σημαντικότερο, να αντιληφθούμε ότι πρέπει να βρισκόμαστε στο ίδιο είδος συζήτησης ταυτόχρονα, αν θέλουμε να υπάρξει σύνδεση με τους άλλους.