Η Λάκι είχε αργήσει. Είχε αργήσει ανεύθυνα, μη αναστρέψιμα· είχε αργήσει τόσο, που κινδύνευε να χάσει αυτή τη δουλειά. Είχε πρόβα για μια επίδειξη υψηλής ραπτικής στο Μαρέ στις δώδεκα το μεσημέρι, δώδεκα όμως ήταν πριν από δέκα λεπτά κι εκείνη βρισκόταν ακόμη χιλιόμετρα μακριά μέσα σε ένα βαγόνι του μετρό. Είχε περάσει το προηγούμενο βράδυ σ’ ένα πάρτι της εβδομάδας μόδας απολαμβάνοντας τα δωρεάν ποτά (το μόνο είδος ποτού που ενδιέφερε τη Λάκι)...
...Ήταν επίσης η επέτειος του ενός χρόνου από τον θάνατο της Νίκι.
...Η Λάκι δεν ήξερε πού ήταν τώρα το κινητό της Νίκι, μάλλον νεκρό κι αυτό, χωμένο σε κάποιο συρτάρι, ήταν ευγνώμων όμως που εξακολουθούσε να το έχει αυτό. Η φωνή της νεκρής αδερφής της πλημμύρισε το αυτί της.
Καλέσατε το κινητό της Νίκι, αφήστε μήνυμα μετά τον χαρακτηριστικό ήχο. Και γλεντήστε το!
...«Ήθελα απλώς να σε πάρω και να σου πω… Όχι συγχαρητήρια προφανώς. Δεν είναι σαν να έχουμε καμιά αναθεματισμένη γιορτή. Ήθελα όμως να ξέρεις ότι σε σκέφτομαι. Πάντα σε σκέφτομαι. Και μου λείπεις. Προφανώς».
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!