Από πού να πιάσουμε αυτή την ιστορία; Μακάρι να μπορούσα να σας πω από την αρχή. Αλλά δεν ξέρω πώς αρχίζει. Τις πραγματικές αιτιακές σχέσεις της ζωής μου τις αγνοώ όσο οι άλλοι. Να πιάσουμε την ιστορία από τότε που συνειδητοποίησα ότι ήμουν ο τέταρτος καλύτερος ποδοσφαιριστής στην τάξη μου; Ή μήπως τότε που ο Μπάσε, ο παππούς μου, μου έδειξε τα σχέδια της Σαγκράδα Φαμίλια – τα δικά του σχέδια; Απ’ όταν τράβηξα την πρώτη μου τζούρα από τσιγάρο κι άκουσα το πρώτο μου τραγούδι των Grateful Dead; Ή όταν διάβασα Καντ στο πανεπιστήμιο και πίστεψα πως τον κατάλαβα; Μήπως όταν πούλησα τον πρώτο μου σβόλο μαύρου; Ή όταν φίλησα την Μπόμπι –μη σας μπερδεύει τ’ όνομα– ή από τη στιγμή που είδα για πρώτη φορά το μικρό ζαρωμένο πλασματάκι που έσκουζε μες στα μούτρα μου κι αργότερα θα τη φωνάζαμε Άννα; Ίσως κι όταν καθόμουν μες στην ψαρίλα, στο πίσω μέρος του ψαράδικου, κι εκείνος μου έλεγε τι ήθελε να κάνω. Δεν ξέρω. Ιστορίες πλάθουμε· με αρχή και τέλος και γνώμονα τη λογική, λες κι η ζωή θα αποκτήσει έτσι νόημα.
Ας ξεκινήσω λοιπόν από εδώ, εν μέσω της όλης σύγχυσης, εδώ που η μοίρα μοιάζει να σταμάτησε για μια στιγμή, να πάρει ανάσα. Κι εγώ νόμισα για μια στιγμή πως είχα βρει τον δρόμο μου και προχωρούσα. Βγήκα από το λεωφορείο καταμεσής της νύχτας. Σφάλισα τα μάτια μου απέναντι στον ήλιο, που σερνόταν βαρύς πάνω από ένα νησί προς τον βορρά, στη θάλασσα. Κόκκινος και θαμπός. Σαν εμένα. Από πίσω του κι άλλη θάλασσα. Και στο τέρμα ο Βόρειος Πόλος. Ίσως τελικά εδώ να μην μπορούσαν να με βρουν.