«Θυμάμαι, ήταν Σεπτέμβρης». Η φωνή της αρχικά ήταν άχρωμη. «Ο Σεπτέμβρης που αναγκαστήκαμε να εγκαταλείψουμε το σπίτι μας, το βιος μας, τη ζωή μας. Ήταν όμορφο το σπίτι μας. Δίπατο, με παράθυρα μεγάλα. Με κρυστάλλινους πολυελαίους, δρύινα πατώματα, ζωγραφισμένα πλακάκια στα μπάνια. Στα παράθυρα η μητέρα είχε όμορφες γαλαζοπράσινες κουρτίνες από δαμασκηνό ύφασμα. Τα τραπέζια ήταν πάντα στρωμένα με κεντητά τραπεζομάντιλα. Στους τοίχους ζωγραφιές και φωτογραφίες σε κορνίζες. Στα παράθυρα ζουμπούλια και γεράνια. »Όταν όμως, εκείνο τον Σεπτέμβρη, άρχισε το μακελειό, αν θέλαμε να σωθούμε, έπρεπε να φύγουμε όπως όπως, παρατώντας τα πάντα πίσω μας. Πηγαινοερχόμασταν οι γυναίκες πανικόβλητες να πάρουμε φεύγοντας μαζί μας ό,τι τύχαινε ή ό,τι μπορεί και να μας χρειαζόταν. Λίγα ρούχα, τα στέφανα του γάμου της μάνας, την εικόνα της Παναγιάς, τα χαρτιά μας. Κοσμήματα και φλουριά. »Μπαινόβγαινα ταραγμένη κι εγώ ρίχνοντας κλεφτές ματιές στα πράγματα γύρω μου∙ οι καρέκλες, τα βάζα με τα λουλούδια που ήθελε άλλαγμα το νερό τους, τα κεντημένα μαξιλαράκια που κάθε πρωί τα χτυπούσα μαλακά ν’ αφρατέψουν. Αποχαιρετούσα το σπίτι βουβά. Από τα πόμολα μέχρι το πιάνο, χαϊδεύοντας τριγύρω παντού με το βλέμμα. Δεν ήταν τα πράγματα που με ένοιαζαν. Ήταν η φιλόξενη θαλπωρή τους, η συντροφιά κι οι αναμνήσεις μας που είχαν ακουμπήσει απλόχερα πάνω τους». Έκανε μια παύση. Άφησε έναν μικρό αναστεναγμό. Έβαλε το τυλιγμένο βαζάκι στο κιβώτιο. Πήρε ένα ακόμα φύλλο εφημερίδας.
Κάποτε ήταν ένα κορίτσι που είχε ακούσει τα αγάλματα να τραγουδάνε, είχε χορέψει μαζί τους στο φως του φεγγαριού, τα είχε δει να δακρύζουν. Επειδή τα αγάλματα τις νύχτες ζωντανεύουν. Η Αγγελίνα το ήξερε καλά αυτό αφού μεγάλωσε μέσα στο μουσείο σχεδόν. Άλλωστε, το ότι είχε ένα ολόκληρο κι ένα μισό, «καταραμένο» χέρι την έκανε να τους μοιάζει ακόμα περισσότερο.
Με εξαίρεση τον Τίκο, τον μόνο σάρκινο φίλο της, τα αγάλματα ήταν οι καλύτεροί της φίλοι. Όταν ο Μουσολίνι κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα, ο φόβος ότι θα επικρατήσει το σκοτάδι του ναζισμού έγινε ακόμα ισχυρότερος. Κι όσοι σχετίζονταν με το Μουσείο, από τους αρχαιολόγους μέχρι τους απλούς εργάτες, όλοι μοιράζονταν μια κοινή αγωνία∙ όλοι προστάτευαν το ίδιο μυστικό που έμοιαζε να συνοψίζεται σε μία και μόνο φράση: «Να προλάβουμε…». Η Αγγελίνα θα θελήσει να μάθει εκείνο το μυστικό και θα βοηθήσει τον Τίκο να κρύψει το δικό του.
Μια βαθιά ανθρώπινη κι αντιπολεμική ιστορία για τη φιλία, την ενηλικίωση, την αναζήτηση ταυτότητας και την ανάγκη διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, βασισμένη στην πραγματική ιστορία της απόκρυψης των αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου.
«Πόλεμος, Αντίσταση, Απελευθέρωση, όλα περνούν μέσα από τον κόσμο της μικρής ηρωίδας. Κι έτσι η συγγραφέας μαθαίνει στα παιδιά, χωρίς διδακτισμό, πως η Αντίσταση δεν είναι μόνο τα όπλα… Δε γράφει η Αγγελική Δαρλάση, κεντάει βελονιά βελονιά, και κάνει να αγαπηθούν αυτά που κρύβει μέσα του ένα μουσείο». Από το προλογικό σημείωμα της Άλκης Ζέη
Διάβασε ένα απόσπασμα
«Θυμάμαι, ήταν Σεπτέμβρης». Η φωνή της αρχικά ήταν άχρωμη. «Ο Σεπτέμβρης που αναγκαστήκαμε να εγκαταλείψουμε το σπίτι μας, το βιος μας, τη ζωή μας. Ήταν όμορφο το σπίτι μας. Δίπατο, με παράθυρα μεγάλα. Με κρυστάλλινους πολυελαίους, δρύινα πατώματα, ζωγραφισμένα πλακάκια στα μπάνια. Στα παράθυρα η μητέρα είχε όμορφες γαλαζοπράσινες κουρτίνες από δαμασκηνό ύφασμα. Τα τραπέζια ήταν πάντα στρωμένα με κεντητά τραπεζομάντιλα. Στους τοίχους ζωγραφιές και φωτογραφίες σε κορνίζες. Στα παράθυρα ζουμπούλια και γεράνια. »Όταν όμως, εκείνο τον Σεπτέμβρη, άρχισε το μακελειό, αν θέλαμε να σωθούμε, έπρεπε να φύγουμε όπως όπως, παρατώντας τα πάντα πίσω μας. Πηγαινοερχόμασταν οι γυναίκες πανικόβλητες να πάρουμε φεύγοντας μαζί μας ό,τι τύχαινε ή ό,τι μπορεί και να μας χρειαζόταν. Λίγα ρούχα, τα στέφανα του γάμου της μάνας, την εικόνα της Παναγιάς, τα χαρτιά μας. Κοσμήματα και φλουριά. »Μπαινόβγαινα ταραγμένη κι εγώ ρίχνοντας κλεφτές ματιές στα πράγματα γύρω μου∙ οι καρέκλες, τα βάζα με τα λουλούδια που ήθελε άλλαγμα το νερό τους, τα κεντημένα μαξιλαράκια που κάθε πρωί τα χτυπούσα μαλακά ν’ αφρατέψουν. Αποχαιρετούσα το σπίτι βουβά. Από τα πόμολα μέχρι το πιάνο, χαϊδεύοντας τριγύρω παντού με το βλέμμα. Δεν ήταν τα πράγματα που με ένοιαζαν. Ήταν η φιλόξενη θαλπωρή τους, η συντροφιά κι οι αναμνήσεις μας που είχαν ακουμπήσει απλόχερα πάνω τους». Έκανε μια παύση. Άφησε έναν μικρό αναστεναγμό. Έβαλε το τυλιγμένο βαζάκι στο κιβώτιο. Πήρε ένα ακόμα φύλλο εφημερίδας.
Κατασκευαστής
Οδηγοί Προϊόντος
- Συγγραφέας
- Αγγελική Δαρλάση
- Εκδότης
- Μεταίχμιο
- Είδος
- Φαντασίας
- Γλώσσα
- Ελληνικά
- Ηλικία
- από 15 χρονών
- Εξώφυλλο
- Μαλακό
- Αριθμός σελίδων
- 224
- Ημερομηνία Κυκλοφορίας
- 11/2015
- Έτος έκδοσης
- 2015
- Διαστάσεις
- 21x14 cm
- ISBN-13
- 9786180303506
Σημαντική πληροφορία
Τα δεδομένα αυτά συλλέγονται από τις επίσημες σελίδες των προϊόντων. Επιβεβαίωσε τα στοιχεία πριν προχωρήσεις στην τελική αγορά. Εάν παρατηρήσεις κάποιο πρόβλημα μπορείς να το αναφέρεις εδώ.