Η μέρα είχε ξεκινήσει στραβά από το πρωί. Άργησα να ξυπνήσω για τη δουλειά, έσκισα δυο ολοκαίνουργια καλσόν πριν κατορθώσω να μπω στο τρίτο, έσπασα ένα φλιτζάνι του καφέ από το πορσελάνινο σερβίτσιο, δώρο της μαμάς μου, τσάκισα το πίσω αριστερό φανάρι του αυτοκινήτου μου, που το είχα αγοράσει πριν από δέκα μήνες και το ξοφλούσα με δόσεις, πάνω στην προστατευτική μπάρα του πεζοδρομίου, τσακώθηκα με τον προϊστάμενό μου, κατέστρεψα στο κομπιούτερ την εργασία δύο ημερών κατά λάθος, πήρα κλήση για παράνομο παρκάρισμα, βρήκα ένα βουνό «λυπητερές» στο γραμματοκιβώτιό μου, κι εκεί που πήγα να ανασάνω και να βάλω κάτι στο στομάχι μου που έσκουζε από την πείνα, ανακάλυψα ότι είχα ξεχάσει να βγάλω από την κατάψυξη το πρωί τα μπιφτέκια.
Μου ήρθε να ουρλιάξω καταμεσής του διαμερίσματός μου στις τεσσερισήμισι το απόγευμα, αλλά συγκρατήθηκα. Δεν είχα καμία όρεξη να αναστατώσω σε ώρα κοινής ησυχίας τους υπόλοιπους ενοίκους της πολυκατοικίας ούτε φυσικά να αναγκαστώ να εξηγώ στους αστυνομικούς ότι δεν έγινε καμία απόπειρα βιασμού εναντίον μου. Συγκράτησα την αγανάκτησή μου, συμμάζεψα το κουράγιο μου και τηλεφώνησα στην πλησιέστερη PIZZA HUT να μου φέρει μια πίτσα διαίτης στο σπίτι. Μετά, εφησυχασμένη κατά κάποιο τρόπο, άπλωσα τις λυπητερές πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και με τη βοήθεια του χαρτοκόπτη άρχισα να ανοίγω τους φακέλους έναν έναν προσεκτικά: ΔΕΗ, ΟΤΕ, COSMOTE, DYNAMIC VISA, EUROBANK VISA, γραμμάτιο αυτοκινήτου…
ΔΕΗ, ενενήντα ένα ευρώ. Αν είναι δυνατόν! Ένα άτομο μόνο, που μαγειρεύει μέρα παρά μέρα ή στον ατμό, μια και βρίσκομαι σε μόνιμη δίαιτα, που βάζει πλυντήριο μία φορά στις δεκαπέντε με είκοσι μέρες, που καίει ελάχιστα φώτα και έχει ηλιακό θερμοσίφωνα, να πληρώνει τόσο πολλά για ρεύμα… ΟΤΕ, πενήντα ευρώ. Άλλο πάλι και τούτο. Αφού, κύριε ΟΤΕ μου, τα τηλεφωνήματά μου τα κάνω μέσω της FORTHNET, γιατί με χρεώνεις περισσότερο από εκείνη; Επειδή έχω αναγνώριση κλήσεων; Γιατί τόσο πολλά τέλη για να έχω κι εγώ μια γραμμή επικοινωνίας με τον έξω κόσμο; Εργένισσα είμαι, και το τηλέφωνο είναι ο μόνος μου φίλος όταν νιώθω μοναξιά. Πρέπει να σε χρυσοπληρώνω γι’ αυτό;