Γεννήθηκα σ’ ένα χωριό, μόλις τριάντα χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα. Ωστόσο, αυτή η μικρή απόσταση ήταν αρκετή για να οριοθετεί ήθη, έθιμα και αντιλήψεις. Σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που, αν κάποιος δεν ήξερε πού βρισκόταν, θα νόμιζε ότι πρόκειται για έναν τόπο όπου η πρόοδος και ο πολιτισμός απείχαν έτη φωτός. Με ονόμασαν Ανδρέα. Ήταν το όνομα του παππού μου και κληροδοτήθηκα με όλα τα χαρακτηριστικά της οικογενειακής κληρονομικότητας, με πρώτο απ’ όλα ένα κοφτερό μυαλό, το οποίο ωστόσο δούλευε πάντα διαφορετικά από των υπολοίπων^ όπως ακριβώς του πατέρα μου και του παππού μου, που στο χωριό όλοι τους αποκαλούσαν «σοφούς». Οι συγχωριανοί τους ψιθύριζαν πως ό,τι έβλεπαν τα μάτια τους, μπορούσαν να το φτιάξουν τα χέρια τους. Βαριά κληρονομιά που όμως τίμησα και ακόμη δεν ξέρω αν ήταν για καλό μου…
Ο πατέρας μου… Κυριάκος Ζησιμάτος… Τον θυμάμαι μέσα από την αχλή των τόσων χρόνων που πέρασαν. Τότε που γελούσε και τρανταζόταν ολόκληρος, και το γέλιο του, δυνατό και χαρούμενο, με ένα άρωμα παιδικότητας, παρέσερνε τους πάντες γύρω του. Όλοι λένε ότι του μοιάζω και δεν έχουν άδικο. Μάρτυρας μια παλιά φωτογραφία, ασπρόμαυρη, αλλοιωμένη από το χρόνο και με μια απαλή υποκίτρινη απόχρωση στις άκρες της. Θέλω να πιστεύω όμως ότι η ομοιότητά μας προχωράει και κάτω από την επιφάνεια και φτάνει να μας εξομοιώνει σαν ανθρώπους.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!