Ο πατέρας μου… Κυριάκος Ζησιμάτος… Τον θυμάμαι μέσα από την αχλή των τόσων χρόνων που πέρασαν. Τότε που γελούσε και τρανταζόταν ολόκληρος, και το γέλιο του, δυνατό και χαρούμενο, με ένα άρωμα παιδικότητας, παρέσερνε τους πάντες γύρω του. Όλοι λένε ότι του μοιάζω και δεν έχουν άδικο. Μάρτυρας μια παλιά φωτογραφία, ασπρόμαυρη, αλλοιωμένη από το χρόνο και με μια απαλή υποκίτρινη απόχρωση στις άκρες της. Θέλω να πιστεύω όμως ότι η ομοιότητά μας προχωράει και κάτω από την επιφάνεια και φτάνει να μας εξομοιώνει σαν ανθρώπους. Είμαι η γνήσια συνέχειά του…
Με τον πατέρα μου είχαμε έναν κώδικα επικοινωνίας που έφτανε να αποκλείει όλους τους άλλους, και πρώτη φυσικά τη μάνα μου που νευρίαζε και φώναζε. Όπως τότε που ήμουν πέντε χρόνων και ο πατέρας μου με ανέβασε στο τρακτέρ και μ’ έβαλε να το οδηγήσω. Όταν το έμαθε εκείνη, έπαθε κρίση^ φώναζε και τραβούσε τα μαλλιά της. Οι εξηγήσεις του, ότι το μεγάλο τιμόνι του μηχανήματος το κρατούσαν τα δικά του σταθερά χέρια, έπεσαν στο κενό και δεν ήταν η πρώτη φορά, αλλά ο πατέρας μου χαμογελούσε ήρεμος. Και όταν η μάνα μου αράδιασε όσα είχε να πει και έφυγε, εκείνος γύρισε, με κοίταξε και μου ψιθύρισε: «Γυναίκες! Πρώτα φωνάζουν, μετά ακούνε και μετά καταλαβαίνουν… αν θέλουν! Τι να πεις; Μπελάς, αλλά και το αλάτι της γης, γιε μου!» Δεν είχα καταλάβει τότε τι εννοούσε, αλλά τώρα πια ξέρω.