Το ρολόι στον στενό διάδρομο μου λέει ότι έχω πενήντα δύο λεπτά για να κάνω μια διαδρομή εξήντα οκτώ λεπτών, αν θέλω να φτάσω εγκαίρως στο πάρτι. Ψάχνω ξανά στην τσάντα μου, αλλά τα κλειδιά μου δεν είναι εκεί. Τσεκάρω και πάλι διάφορα σημεία. Στο κομοδίνο; Όχι. Στο μπάνιο; Κοίταξα πριν από λίγο. Στην κουζίνα; Ίσως.
Ετοιμάζομαι να στρίψω προς τα εκεί, όταν ακούω ένα μεταλλικό κουδούνισμα πίσω μου. «Αυτά ψάχνεις;» Ένα κύμα περιφρόνησης μου σφίγγει τον λαιμό καθώς γυρίζω και μπαίνω σε ένα σαλόνι τόσο μικρό που τα πέντε παμπάλαια έπιπλα –δύο τραπέζια, μια πολυθρόνα, ένας καναπές και μια καρέκλα– είναι στριμωγμένα μεταξύ τους σαν σαρδέλες σε κονσέρβα. Ο σάρκινος όγκος που είναι απλωμένος στον καναπέ κουνάει τα κλειδιά μου στον αέρα. Αναστενάζω θυμωμένα και αυτός χαμογελάει σπρώχνοντας παράλληλα τα κλειδιά κάτω από τη λιγδιασμένη φόρμα του.
«Έλα να τα πάρεις!» Γεμάτη απόγνωση περνώ το χέρι μου πάνω από τα τέλεια ισιωμένα μου μαλλιά πριν πλησιάσω τον πατριό μου. «Δώσε μου τα κλειδιά», απαιτώ. Ο Ρέι με κοιτάζει με λάγνο βλέμμα. «Γαμώτο μου, φωτιά είσαι απόψε. Έχεις εξελιχθεί σε πολύ καυτό μωρό, Ρίνα. Πρέπει να τη βρούμε κάποια στιγμή οι δυο μας…» Αγνοώ το χοντρό χέρι που καταλήγει στον καβάλο του. Δεν έχω ξαναδεί άντρα που να θέλει τόσο απεγνωσμένα να αγγίξει το ίδιο του το πράμα. Κάνει τον Χόμερ Σίμσον της γνωστής οικογένειας καρτούν να μοιάζει με τζέντλεμαν.
«Δεν πρόκειται να βρούμε τίποτα εμείς οι δύο ποτέ! Οπότε μη με κοιτάς με αυτό το ύφος και μη με λες Ρίνα». Ο Ρέι είναι το μόνο άτομο που με αποκαλεί έτσι και το μισώ. «Δώσε μου τώρα τα κλειδιά μου». «Σου είπα να έρθεις να τα πάρεις». Με σφιγμένα δόντια, χώνω το χέρι μου κάτω από τον πισινό του και ψάχνω για τα κλειδιά μου. Ο Ρέι βογκάει και ανακινείται σαν το αηδιαστικό σκατό που είναι, μέχρι που το χέρι μου έρχεται σε επαφή με κάτι μεταλλικό. Τραβώ τα κλειδιά και γυρίζω πίσω στην πόρτα.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!