«ΔΙΑΛΕΞΕ, ΜΑΜΑ», είπε ο Τζόι. «Εκείνον ή εμάς;»
Μουδιασμένη ως το κόκαλο, καθόμουν στην ετοιμόρροπη καρέκλα στο τραπέζι της κουζίνας μας, πιέζοντας με μια πετσέτα το μάγουλό μου, και κρατούσα την ανάσα μου για δυο λόγους. Ο πρώτος ήταν πως ο πατέρας μου βρισκόταν λιγότερο από ενάμισι μέτρο μακριά μου, και αυτό από μόνο του είχε θέσει το σώμα μου εκτός λειτουργίας. Ο δεύτερος ήταν πως δεν μπορούσα να ανασάνω από τον πόνο. Πέταξα την ποτισμένη στο αίμα πετσέτα στο τραπέζι και γύρισα στο πλάι για να προσπαθήσω να ακουμπήσω το πλευρό μου στη ράχη της καρέκλας, το μόνο που κατάφερα όμως ήταν να σκούξω από οδύνη όταν ένα κύμα πόνου έσκισε το κορμί μου. Ήταν λες κι είχαν βουτήξει τη σάρκα μου στη βενζίνη και είχαν βάλει φωτιά. Κάθε εκατοστό του κορμιού μου έκαιγε, ούρλιαζε διαμαρτυρόμενο όποτε έπαιρνα λίγο πιο βαθιά ανάσα. Την είχα άσχημα, συνειδητοποίησα. Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά με μένα, κι όμως εξακολουθούσα να μένω ακριβώς εκεί που βρισκόμουν, ακριβώς εκεί που με είχε βάλει ο Τζόι, χωρίς να έχει απομείνει μήτε στάλα αντίστασης μέσα μου.
Δεν είναι καλό αυτό. Δεν είναι καθόλου καλό αυτό, Σάνον. Δεν άντεχα να ακούω τους μικρούς μου αδελφούς να κλαίνε με λυγμούς στριμωγμένοι πίσω από τον Τζόι. Δεν μπορούσα όμως να τους κοιτάξω. Αν το έκανα, ήξερα πως θα λύγιζα. Έστρεψα αντί για αυτό όλη μου την προσοχή στον Τζόι, άντλησα δύναμη από τη δική του γενναιότητα καθώς κοιτούσε με βλέμμα σκληρό τους γονείς μας και απαιτούσε περισσότερα. Σαν να προσπαθούσε να μας σώσει από μια ζωή που κανείς μας δεν υπήρχε περίπτωση να γλιτώσει.
«Αν ηρεμήσεις λίγο μια στιγμή, Τζόι–» άρχισε να λέει η μαμά, ο αδελφός μου όμως δεν την άφησε να τελειώσει. Έξαλλος για τα καλά, ο Τζόι ξέσπασε σαν ηφαίστειο εκεί που έστεκε, στη μέση της διαλυμένης μας κουζίνας. «Μην τολμήσεις να ξεφύγεις με καλοπιάσματα απ’ αυτό, να πάρει!» Έδειξε όλο κατηγόρια τη μητέρα μας και γρύλισε: «Για μια φορά στην αναθεματισμένη τη ζωή σου κάνε το σωστό και πέταξέ τον έξω». Άκουγα την απόγνωση στη φωνή του, τις τελευταίες σπίθες πίστης σε εκείνη να σβήνουν γοργά όσο την ικέτευε να τον ακούσει. Η μαμά καθόταν στο πάτωμα της κουζίνας, με το βλέμμα να γυρνά από τον έναν στον άλλο, χωρίς να κινείται όμως προς το μέρος μας. Όχι, έμενε εκεί ακριβώς που ήταν. Στο πλευρό του.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!